Η 15η Ιουλίου στην Κομοτηνή: Η δημόσια διπλωματία της Άγκυρας, η εργαλειοποίηση της FETÖ και τα πολιτικά μηνύματα προς τη Θράκη
Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης
Η εκδήλωση της 15ης Ιουλίου στο Τουρκικό Γενικό Προξενείο Κομοτηνής δεν αποτελεί μια απλή επετειακή τελετή μνήμης. Δέκα χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, η συγκεκριμένη ημερομηνία έχει μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της τουρκικής δημόσιας διπλωματίας και της στρατηγικής πολιτικής επικοινωνίας της Άγκυρας, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στις τουρκικές διπλωματικές αποστολές ανά τον κόσμο.
Η Κομοτηνή δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας που αποδίδει η τουρκική εξωτερική πολιτική στη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, κάθε τέτοια εκδήλωση αποκτά πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.
Το μήνυμα που εκπέμπεται δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους παρευρισκόμενους. Αποδέκτες είναι η ίδια η μειονότητα, η ελληνική πολιτεία, η τουρκική κοινή γνώμη αλλά και το διεθνές ακροατήριο.
Το μήνυμα της «ενιαίας πολιτικής εκπροσώπησης»
Η σύνθεση των προσκεκλημένων δεν ήταν τυχαία.
Η παρουσία των ψευδομουφτήδων, της αποκαλούμενης «Συμβουλευτικής Επιτροπής Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης», των δημάρχων που προέρχονται από τη μειονότητα, της προέδρου του ΚΙΕΦ (DEB), καθώς και στελεχών φιλοπροξενικών μειονοτικών φορέων και προσώπων που εμφανίζονται ως εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, συνθέτει την εικόνα ενός ενιαίου πολιτικού και κοινωνικού χώρου γύρω από το Τουρκικό Προξενείο.
Η εικόνα αυτή αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της τουρκικής δημόσιας διπλωματίας στη Θράκη, καθώς επιχειρεί να εκπέμψει προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι το Προξενείο εξακολουθεί να αποτελεί το κέντρο αναφοράς ενός ευρέος δικτύου θεσμικών, θρησκευτικών, αυτοδιοικητικών και κοινωνικών παραγόντων.
Η FETÖ ως μόνιμο πολιτικό εργαλείο
Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της φετινής εκδήλωσης ήταν η ιδιαίτερη έμφαση που δόθηκε για ακόμη μία φορά στη FETÖ.
Δέκα χρόνια μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η οργάνωση εξακολουθεί να παρουσιάζεται από την Άγκυρα ως η κυριότερη απειλή για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας.
Ωστόσο, στη Θράκη, η συγκεκριμένη ρητορική αποκτά μια επιπλέον διάσταση.
Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ότι ο όρος «FETÖ» χρησιμοποιείται όχι μόνο στο πλαίσιο της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής, αλλά και στη δημόσια αντιπαράθεση που αναπτύσσεται εντός της μουσουλμανικής μειονότητας.
Το RodopiPress έχει ήδη αναδείξει, μέσα από σειρά δημοσιογραφικών ερευνών, περιστατικά στα οποία ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιήθηκε δημόσια εναντίον ιεροδιδασκάλων και πιστών που στηρίζουν τις νόμιμες Μουφτείες ή επιλέγουν να διαφοροποιηθούν από τη γραμμή των ψευδομουφτειών.
Τα δημοσιεύματα της 9ης Ιουνίου («Τράμπα και FETÖ») και της 21ης Ιουνίου («Αποκάλυψη: Ο Αμπντουρραχήμ Κουρού…») ανέδειξαν δημόσιες καταγγελίες και αντιπαραθέσεις γύρω από τη χρήση αυτού του χαρακτηρισμού, γεγονός που καταδεικνύει ότι η συγκεκριμένη ρητορική έχει αποκτήσει παρουσία και στον δημόσιο λόγο της Θράκης.
Η κατασκευή της «εσωτερικής απειλής»
Στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η επίκληση της FETÖ φαίνεται να λειτουργεί ως ένας σταθερός μηχανισμός ερμηνείας κάθε εσωτερικής διαφωνίας.
Η συνεχής αναφορά στην ύπαρξη «εσωτερικών εχθρών» ή προσώπων που φέρονται να συνδέονται με τη FETÖ αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του επίσημου τουρκικού αφηγήματος μετά το 2016.
Στη Θράκη, η δημόσια χρήση αυτής της ρητορικής σε αντιπαραθέσεις μεταξύ παραγόντων της μειονότητας έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις και δημόσιο διάλογο. Δημοσιογραφικές έρευνες του RodopiPress έχουν καταγράψει περιπτώσεις όπου ο χαρακτηρισμός «FETÖ» χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο πολιτικής αντιπαράθεσης απέναντι σε πρόσωπα που διαφωνούν ή αποστασιοποιούνται από συγκεκριμένες επιλογές της φιλοπροξενικής ηγεσίας.
Ανεξάρτητα από την αξιολόγηση των επιμέρους ισχυρισμών, η επαναλαμβανόμενη χρήση αυτού του αφηγήματος αναδεικνύει μια επικοινωνιακή στρατηγική που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της διαρκούς εσωτερικής απειλής και της ανάγκης συσπείρωσης γύρω από την επίσημη γραμμή.
Τράμπα και FETÖ: Νέα επίθεση κατά των ιεροδιδασκάλων που στάθηκαν δίπλα στους νόμιμους Μουφτήδες
Τα τρία βασικά μηνύματα της εκδήλωσης
Από το σύνολο των ομιλιών προκύπτουν τρία διακριτά πολιτικά μηνύματα:
Πρώτον, η 15η Ιουλίου παρουσιάζεται ως θεμελιώδης στιγμή της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής ταυτότητας και ως σημείο αναφοράς για την εθνική ενότητα.
Δεύτερον, η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης εντάσσεται συμβολικά στο ίδιο ιστορικό αφήγημα, μέσα από αναφορές στη στάση που, σύμφωνα με τους ομιλητές, τήρησε το 2016 και μέσω της ανάδειξης του φωτορεπόρτερ Μουσταφά Τζαμπάζ ως συμβολικού προσώπου.
Τρίτον, η FETÖ εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως κεντρικός άξονας του επίσημου πολιτικού λόγου, με σαφές μήνυμα ότι η απειλή θεωρείται διαρκής και ότι απαιτείται συνεχής πολιτική και κοινωνική εγρήγορση.
Συμπέρασμα
Η φετινή εκδήλωση επιβεβαιώνει ότι η 15η Ιουλίου έχει πλέον εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό παραγωγής πολιτικών μηνυμάτων και όχι απλώς σε μια επέτειο ιστορικής μνήμης.
Για την Άγκυρα, η συγκεκριμένη ημερομηνία εξακολουθεί να λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης της εθνικής συνοχής, προβολής της κρατικής νομιμοποίησης και άσκησης δημόσιας διπλωματίας.
Στην Κομοτηνή, όμως, η ίδια ρητορική αποκτά επιπλέον χαρακτηριστικά, καθώς συνδέεται με τις εσωτερικές ισορροπίες της μουσουλμανικής μειονότητας και τη διαρκή προσπάθεια διαμόρφωσης πολιτικών και κοινωνικών συμβολισμών.
Η ανάλυση των μηνυμάτων της φετινής εκδήλωσης δείχνει ότι η δημόσια διπλωματία της Τουρκίας στη Θράκη δεν περιορίζεται στην προβολή των επίσημων εθνικών επετείων. Αξιοποιεί τις επετείους αυτές ως ευκαιρία για την επαναδιατύπωση των στρατηγικών της αφηγημάτων, τη διατήρηση της πολιτικής επιρροής και την προβολή της σχέσης της με τμήματα της μουσουλμανικής μειονότητας, καθιστώντας την 15η Ιουλίου όχι μόνο ημέρα μνήμης αλλά και ημέρα πολιτικών μηνυμάτων με αποδέκτες τόσο το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό περιβάλλον.
Σχόλιο Συντάκτη: Η εκκωφαντική σιωπή των μειονοτικών παραγόντων το βράδυ του πραξικοπήματος του 2016
Η στάση των θεσμικών εκπροσώπων και των ηγετικών παραγόντων της Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη κατά το κρίσιμο βράδυ του αποτυχημένου πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 στην Τουρκία έρχεται ανακαλείται στην δημοσιογραφική μνήμη για να επισημάνουμε την τότε εκκωφαντική σιωπή και μια καιροσκοπική στάση αναμονής.
Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από τα γεγονότα, το ρεπορτάζ μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι η πλειονότητα των παραγόντων του μειονοτικού πρωτοκόλλου απέφυγε συστηματικά να πάρει δημόσια θέση ή να καταδικάσει τους πραξικοπηματίες κατά τη διάρκεια των κρίσιμων ωρών από τις 22:00 της 15ης Ιουλίου έως το πρωί της επόμενης ημέρας, επιλέγοντας να περιμένει την τελική έκβαση των συγκρούσεων προτού τοποθετηθεί με ασφάλεια.
Η συμπεριφορά αυτή αποκαλύπτει τα όρια της πολιτικής συνέπειας των τοπικών «ηγετών», οι οποίοι, αντί να επιδείξουν άμεσα αντανακλαστικά και δημοκρατική ευθύνη, προτίμησαν να λειτουργήσουν με βάση τον προσωπικό και επαγγελματικό τους υπολογισμό, σε αντίθεση με τις ελάχιστες φωνές της περιοχής που αντέδρασαν ακαριαία από την πρώτη στιγμή.
Περισσότερα για την επετειακή εκδήλωση δες εδώ






