Σε μια ακόμη προκλητική ανακοίνωση προχώρησε το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας, ανήμερα της επετείου της Γενοκτονίας των Ποντίων και με αφορμή τις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα.
Στο κείμενό του, το τουρκικό ΥΠΕΞ χαρακτηρίζει νομικά και ιστορικά αβάσιμη την αναγνώριση της Γενοκτονίας από το ελληνικό κοινοβούλιο το 1994, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι διδάσκει «ανυπόστατους ισχυρισμούς» στα σχολεία.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιχειρεί να αντιστρέψει το κλίμα, καταλογίζοντας στον ελληνικό στρατό «εγκλήματα πολέμου» κατά την περίοδο 1919-1922 και κάνοντας λόγο για «σφαγή της Τριπολιτσάς» το 1821.
Καταλήγοντας, η ανακοίνωση καλεί την Αθήνα να εγκαταλείψει την «πολιτική σκοπιμότητα» και να επιδείξει μια στάση που θα προάγει την ειρήνη και τη συνεργασία στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων, αντί να «παράγει εχθρότητα από την ιστορία».
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν ακυρώνεται με ανακοινώσεις του τουρκικού ΥΠΕΞ
Η Άγκυρα επιχειρεί ξανά να μετατρέψει τη μνήμη σε «ισχυρισμό» και την ιστορική τεκμηρίωση σε πολιτική αντιπαράθεση
Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης
Η ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών για την 19η Μαΐου 2026 δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη διπλωματική αντίδραση στις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα. Αποτελεί μία ακόμη επίσημη απόπειρα άρνησης της Γενοκτονίας των Ποντίων και συνολικά των Ελλήνων της Ανατολής, μέσα από μια γνωστή μέθοδο: τον συμψηφισμό, την αντιστροφή θύτη και θύματος και την αποσύνδεση των γεγονότων από το ιστορικό τους βάθος.
Η Άγκυρα παρουσιάζει τη Γενοκτονία των Ποντίων ως «ανυπόστατο ισχυρισμό». Ωστόσο, τα στοιχεία δεν ξεκινούν από την ελληνική νομοθεσία ούτε από μεταγενέστερες πολιτικές αποφάσεις. Ξεκινούν από ξένες διπλωματικές αναφορές της εποχής, από αμερικανικές και βρετανικές μαρτυρίες, από εκθέσεις ανθρωπιστικών οργανώσεων, από τον διεθνή Τύπο και από μία εκτεταμένη διεθνή βιβλιογραφία που καταγράφει συστηματικές διώξεις, εκτοπίσεις και εξοντώσεις των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το βασικό επιχείρημα της Τουρκίας είναι ότι η Ελλάδα δήθεν κατασκεύασε το ζήτημα του Πόντου για να καλύψει την ήττα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Η ίδια η χρονολόγηση των γεγονότων, όμως, διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό. Οι διώξεις των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν άρχισαν το 1919, μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.
Το υλικό του The Asia Minor and Pontos Hellenic Research Center (AMPHRC) καταγράφει ότι ήδη από το 1914 είχαν ξεκινήσει εκτοπίσεις Ελλήνων στην Ανατολική Θράκη και στη Δυτική Μικρά Ασία, δηλαδή πέντε χρόνια πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Η ίδια πηγή καταγράφει ότι το 1911 η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου (Committee of Union and Progress – CUP) είχε λάβει απόφαση για την εξάλειψη των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ μετά το πραξικόπημα του 1913 εγκαθιδρύθηκε στρατιωτική δικτατορία των Νεοτούρκων με στόχο τη δημιουργία ενός «τουρκικού, ισλαμικού και εθνικιστικού κράτους».
Η ελληνική παρουσία στον Πόντο και στη Μικρά Ασία, άλλωστε, δεν ήταν αποτέλεσμα του 19ου ή του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με το ίδιο υλικό, ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν στον Εύξεινο Πόντο ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., με πόλεις όπως η Σινώπη, η Αμισός/Σαμψούντα και η Τραπεζούντα να αποτελούν σημαντικά ελληνικά κέντρα επί αιώνες.
Η τουρκική ανακοίνωση επικαλείται τη «Μεγάλη Ιδέα» για να παρουσιάσει τη γενοκτονική πολιτική ως αντίδραση στην ελληνική επεκτατική πολιτική. Ωστόσο, ακόμη και η σχετική ιστορική ανάλυση για τη «Μεγάλη Ιδέα» επισημαίνει ότι όταν ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος το 1832, η πλειονότητα των Ελλήνων ζούσε ακόμη εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η μαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη Henry Morgenthau, ο οποίος έγραψε ότι όσα συνέβησαν στους Αρμενίους μπορούσαν, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, να ειπωθούν και για τους Έλληνες και τους Ασσυρίους, σημειώνοντας μάλιστα ότι «οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα αυτής της εθνικοποιητικής ιδέας».
Οι καταγραφές των διώξεων είναι συγκεκριμένες και προέρχονται από ξένες πηγές της εποχής. Βρετανική προξενική αναφορά του 1914 περιγράφει ένοπλες μουσουλμανικές ομάδες που περικύκλωναν ελληνικά χωριά, προκαλούσαν πανικό, απειλούσαν με σφαγές και ανάγκαζαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Μετά την αναχώρησή τους, τα εγκαταλελειμμένα χωριά καταλαμβάνονταν αμέσως από μουσουλμάνους εποίκους.
Ο Αμερικανός πρόξενος George Horton κατέγραψε ότι οι εκτοπίσεις των Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας άρχισαν τον Ιανουάριο του 1916, με χιλιάδες ανθρώπους να περνούν μέσα από χιόνια και λάσπη συνοδευόμενοι από Τούρκους χωροφύλακες. Ο ίδιος έγραφε ότι η εξόντωση μέσω εκτοπισμού μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη πιο αποτελεσματική από μια άμεση σφαγή.
Η Near East Relief, μέσω του Stanley K. Hopkins, κατέγραψε το 1921 ηλικιωμένους Έλληνες της Σαμψούντας να εκτοπίζονται χωρίς μεταφορικά μέσα για τους ασθενείς και χωρίς κρατική μέριμνα για τροφή. Ο ίδιος περιέγραψε πτώματα Ελλήνων κατά μήκος των δρόμων, ανάμεσά τους γυναίκες και κορίτσια.
Το επιχείρημα ότι όλα αυτά ήταν απλώς «συνέπειες πολέμου» καταρρέει μπροστά στη συστηματικότητα των μεθόδων: εκτοπίσεις αμάχων, τάγματα εργασίας, καταναγκαστικές πορείες, απαγόρευση ελληνικών σχολείων, εξόντωση ηγετικών μορφών, αρπαγή παιδιών, βίαιοι εξισλαμισμοί και οικονομικός αποκλεισμός.
Το 1922, ο ξένος ανταποκριτής Herbert Adams Gibbons έγραφε στο Christian Science Monitor ότι οι κεμαλικές δυνάμεις ακολουθούσαν «σκόπιμη και αμείλικτη πολιτική εξόντωσης των Ελλήνων». Στην Τραπεζούντα, όπου δύο χρόνια πριν υπήρχαν 25.000 Έλληνες, είχε απομείνει ελάχιστος ανδρικός πληθυσμός, ενώ είχαν κλείσει ελληνικά σχολεία και νοσοκομεία.
Η περίπτωση της Αμισού/Σαμψούντας είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Μετά την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στις 19 Μαΐου 1919, το υλικό καταγράφει την έναρξη της δεύτερης φάσης της Γενοκτονίας στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Μεταξύ 1919 και 1922 σχεδόν 150.000 Πόντιοι Έλληνες δολοφονήθηκαν, ενώ παραστρατιωτικές ομάδες υπό τον Τοπάλ Οσμάν κατέστρεφαν άοπλα ελληνικά χωριά και σκότωναν άνδρες, γυναίκες και παιδιά. (φωτό εξωφύλλου ο Τοπάλ Οσμάν και οι Τσέτες του)
Το χωριό Άντα κοντά στη Σαμψούντα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με μαρτυρία επιζώντα, χιλιάδες άτακτοι Τούρκοι περικύκλωσαν το χωριό, συγκέντρωσαν τους κατοίκους, δολοφόνησαν ορισμένους επί τόπου και έκαψαν άλλους μέσα σε σπίτια. Η καταστροφή της Άντα και άλλων εβδομήντα χωριών έγινε πρωτοσέλιδο στους Los Angeles Times στις 9 Αυγούστου 1921.
Η «Μαύρη Βίβλος του Πόντου» και τα ίδια τα στατιστικά της καταστροφής
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το ντοκουμέντο Black Book: The Tragedy of Pontus 1914-1922, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1922 από το Κεντρικό Συμβούλιο του Πόντου. Το κείμενο, γραμμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά, δεν περιορίζεται σε αφηγηματικές μαρτυρίες, αλλά παραθέτει συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία για τις ελληνικές κοινότητες του Πόντου, τις εκκλησίες, τα σχολεία και τον αριθμό των εξοντωμένων Ελλήνων ανά περιοχή.
Σύμφωνα με το Κεντρικό Συμβούλιο του Πόντου, μέχρι το τέλος του 1921 είχαν εξοντωθεί 303.238 Έλληνες του Πόντου. Το ίδιο το ντοκουμέντο αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Από το 1914 η Οθωμανική Κυβέρνηση, βάσει οργανωμένου και προμελετημένου σχεδίου, προκάλεσε τη σφαγή περισσότερων από 1.500.000 Ελλήνων και Αρμενίων της Μικράς Ασίας μέσω των τοπικών της οργάνων. Οι δυστυχείς ελληνικοί πληθυσμοί του Πόντου αποδεκατίστηκαν από δολοφονίες και στερήσεις, είδαν τις εκκλησίες τους να βεβηλώνονται, τις κόρες τους να βιάζονται, τις γυναίκες τους να ατιμάζονται, βρέφη να αρπάζονται από τις αγκαλιές των μητέρων τους και να εκσφενδονίζονται στους τοίχους, ηλικιωμένοι και παιδιά να καίγονται μέσα στις εκκλησίες και ιερείς να σφαγιάζονται στις πύλες των ναών».
Τα στατιστικά που παραθέτει η «Μαύρη Βίβλος του Πόντου» αποτυπώνουν και το εύρος της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή πριν από τις διώξεις:
| Περιοχή | Κοινότητες | Εκκλησίες | Σχολεία | Εξοντωθέντες |
|---|---|---|---|---|
| Αμάσεια | 400 | 603 | 518 | 134.078 |
| Νεοκαισάρεια | 95 | 135 | 106 | 27.216 |
| Τραπεζούντα | 70 | 127 | 84 | 38.434 |
| Χαλδία | 145 | 182 | 152 | 64.582 |
| Ροδοπόλη | 41 | 53 | 45 | 17.479 |
| Κολωνία | 64 | 74 | 55 | 21.448 |
| Σύνολο | 815 | 1.134 | 960 | 303.238 |
Τα στοιχεία αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία διότι προέρχονται από την ίδια την εποχή των γεγονότων και αποτυπώνουν όχι μόνο τον αριθμό των θυμάτων, αλλά και την έκταση της πολιτιστικής και θρησκευτικής καταστροφής: εκατοντάδες κοινότητες, περισσότερες από χίλιες εκκλησίες και σχεδόν χίλια σχολεία εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα χρόνια.
Η ύπαρξη τέτοιων ντοκουμέντων αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό της Άγκυρας περί «ανυπόστατων κατηγοριών». Δεν πρόκειται μόνο για μεταγενέστερες ιστορικές ερμηνείες ή πολιτικές αποφάσεις, αλλά για τεκμήρια της ίδιας της εποχής, που καταγράφουν αριθμούς, περιοχές, κοινότητες και ανθρώπινες απώλειες σε πραγματικό χρόνο.
Η διεθνής τεκμηρίωση, μάλιστα, δεν περιορίζεται σε ελληνικές πηγές. Το Greek Genocide Resource Center συγκεντρώνει δεκάδες αγγλόφωνα και γαλλόφωνα τεκμήρια της περιόδου 1915-1926: εκθέσεις της Αμερικανικής Πρεσβείας, το Ambassador Morgenthau’s Story, το The Blight of Asia του George Horton, βρετανικές εκδόσεις για τις τουρκικές θηριωδίες στον Πόντο, το The Black Book of the Sufferings of the Greek People in Turkey, εκθέσεις της Near East Relief και πλήθος ξένων δημοσιογραφικών και διπλωματικών πηγών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και τα τεκμήρια των ανθρωπιστικών οργανώσεων. Στη σχετική βιβλιογραφία περιλαμβάνονται εκδόσεις της Near East Relief, εκθέσεις προς το Κογκρέσο των ΗΠΑ για τα έτη 1924 και 1925, το Story of Near East Relief (1915-1930) του James L. Barton, καθώς και υλικό για τη διάσωση ορφανών και την περίθαλψη προσφύγων.
Η ύπαρξη γαλλόφωνης βιβλιογραφίας ενισχύει ακόμη περισσότερο την εικόνα μιας ευρύτερης διεθνούς τεκμηρίωσης. Κείμενα όπως το Le Sac de Phocée του Félix Sartiaux, το L’Extermination des Chrétiens en Turquie, τα έργα του René Puaux για τη Σμύρνη και τις εκτοπίσεις των Ελλήνων, καθώς και το L’hellénisme de l’Asie-Mineure του Leon Maccas δείχνουν ότι η συζήτηση για τους διωγμούς των Ελλήνων της Ανατολής υπήρχε ήδη στον ευρωπαϊκό δημόσιο λόγο πριν από τις μεταγενέστερες πολιτικές αναγνωρίσεις.
Το ίδιο το υλικό καταλήγει ότι από περίπου 2 εκατομμύρια Έλληνες που ζούσαν στην Οθωμανική Τουρκία στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, περισσότεροι από 700.000 πέθαναν μεταξύ 1914 και 1923 ως αποτέλεσμα συστηματικής εθνοκάθαρσης, που περιλάμβανε σφαγές, εκτοπίσεις, πορείες θανάτου και εκτελέσεις. Συνολικά, εκτιμάται ότι περίπου 2,5 εκατομμύρια Αρμένιοι, Ασσύριοι και Έλληνες εξοντώθηκαν ή πέθαναν από ασθένειες και πείνα στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η απόφαση της International Association of Genocide Scholars το 2007, η οποία αναγνώρισε ότι η οθωμανική εκστρατεία κατά των χριστιανικών μειονοτήτων της Αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 συνιστούσε γενοκτονία κατά των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ποντίων και Ανατολιτών Ελλήνων.
Επομένως, η ελληνική μνήμη της 19ης Μαΐου δεν αποτελεί «παραγωγή εχθρότητας». Είναι ιστορική και ηθική υποχρέωση. Δεν στρέφεται κατά του τουρκικού λαού, αλλά απέναντι στη λήθη, στην άρνηση και στον ιστορικό αναθεωρητισμό.
Η ειρήνη και η συνεργασία που επικαλείται η Άγκυρα δεν μπορούν να οικοδομηθούν πάνω στην αποσιώπηση. Η πραγματική συμφιλίωση δεν απαιτεί από τα θύματα να σωπάσουν. Απαιτεί από τα κράτη να αντιμετωπίσουν με ειλικρίνεια τα σκοτεινά κεφάλαια της ιστορίας τους.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είναι «ισχυρισμός». Είναι ιστορικό γεγονός, τεκμηριωμένο από αρχεία, μαρτυρίες, ξένους παρατηρητές, διεθνείς οργανισμούς και τη μνήμη των επιζώντων. Και καμία ανακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών δεν μπορεί να ακυρώσει τη φωνή των νεκρών.





