Δήμος Φλώρινας: θεσμική στάση απέναντι σε ιστορικά φορτισμένα σύμβολα – Το παρασκήνιο της διακοπής μέρους της συναυλίας της Banda Entopica

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Η διακοπή τμήματος της συναυλίας του συγκροτήματος Banda Entopica στη Φλώρινα εξελίχθηκε σε υπόθεση με έντονο πολιτικό, ιστορικό και συμβολικό βάθος, ξεπερνώντας τα όρια μιας απλής πολιτιστικής διαφωνίας. Ενώ ορισμένα μέσα ενημέρωσης εκτός Ελλάδας παρουσίασαν το περιστατικό ως ζήτημα λογοκρισίας, ο Δήμος Φλώρινας ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για απαγόρευση γλώσσας ή πολιτιστικής έκφρασης, αλλά για παρέμβαση πρόληψης απέναντι σε αλυτρωτικές ερμηνείες.

Σύμφωνα με τη δημοτική αρχή, η εκδήλωση δεν τελούσε υπό την αιγίδα του Δήμου, αλλά οργανώθηκε από τοπικό πολιτιστικό σύλλογο. Η παρέμβαση του δημάρχου Βασίλειος Γιαννάκης δεν αφορούσε την πλήρη διακοπή της συναυλίας, αλλά την αλλαγή του ρεπερτορίου, όταν στο πρόγραμμα εντάχθηκαν τραγούδια με σαφή ιστορικό και πολιτικό φορτίο για την περιοχή.

Κομβικό σημείο της αντιπαράθεσης αποτέλεσε το τραγούδι «Eleno Kerko», το οποίο μετά το 1903 συνδέθηκε ιστορικά με το Ίλιντεν και τη δράση των κομιτατζήδων, γεγονότα που συνοδεύτηκαν από βιαιότητες και σφαγές κατά ελληνικών πληθυσμών στη Μακεδονία. Για μια περιοχή όπως η Φλώρινα, με βαριά ιστορική μνήμη και ιδιαίτερη γεωπολιτική ευαισθησία, τέτοια σύμβολα δεν θεωρούνται ουδέτερα σε θεσμικές, δημόσιες εκδηλώσεις.

Το περιεχόμενο των τραγουδιών, σύμφωνα με τις μεταφράσεις που έχει δώσει στη δημοσιότητα η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων, αποτυπώνεται τόσο στους στίχους όσο και στους ίδιους τους τίτλους τους, οι οποίοι λειτουργούν ως σαφείς φορείς μηνυμάτων. Ενδεικτικά αναφέρονται τίτλοι όπως «Vardare / Vardere», «Vardere Pirin kaj ti e», «Ogan da go gori», «Zapejte site angeli», «Vo srce to na Balkanot», «Majkata zemja Makedonija», «Makedonsko ime», «Narode Makedonski», «Egejski Majki» (Αιγαιάτισσες Μητέρες), «Begajte Grci» (Φύγετε Έλληνες) και «Aleksandar, car Makedonski», στα οποία επανέρχονται μοτίβα της «ενιαίας Μακεδονίας» (Βαρδάρης–Πιρίν–Αιγαίο), της εξύμνησης μορφών του κομιτατζήδικου κινήματος (Γκότσε Ντέλτσεφ, Σαντάνσκι), της αφήγησης διαμελισμού μετά το 1913, αλλά και ευθείες εχθρικές αναφορές κατά της Ελλάδας και των Ελλήνων. Μέσα από συναισθηματικά φορτισμένες εικόνες –«μάνα Μακεδονία», «σκλαβωμένη γη», «δάκρυα της ξενιτιάς»– τα τραγούδια αυτά μετατρέπουν το φολκλόρ σε όχημα πολιτικής και αλυτρωτικής αφήγησης, γεγονός που εξηγεί γιατί σε δημόσιες εκδηλώσεις της ελληνικής Μακεδονίας δεν εκλαμβάνονται ως ουδέτερες πολιτιστικές εκφράσεις αλλά ως σύμβολα με συγκεκριμένο ιστορικό και ιδεολογικό φορτίο.

Το τραγούδι «Eleno Kerko» παρουσιάζεται επιφανειακά ως ένα απλό παραδοσιακό άσμα, που αναφέρεται σε μια κοπέλα ονόματι Ελένη και στον εορτασμό του Προφήτη Ηλία (Ίλιντεν), όμως μετά το 1903 απέκτησε έντονο ιστορικό και πολιτικό συμβολισμό, καθώς συνδέθηκε με την Εξέγερση του Ίλιντεν στη Μακεδονία. Η εξέγερση αυτή, βουλγαρικής οργάνωσης, συνοδεύτηκε από βιαιότητες και σφαγές κατά ελληνικών πληθυσμών, με αποτέλεσμα το τραγούδι να υιοθετηθεί από τους κομιτατζήδες ως σύμβολο εθνικής και αλυτρωτικής αφήγησης. Για τον λόγο αυτό, σε περιοχές με βαριά ιστορική μνήμη όπως η Φλώρινα, η δημόσια εκτέλεσή του δεν εκλαμβάνεται ως ουδέτερη πολιτιστική έκφραση αλλά ως φορτισμένο σύμβολο ιστορικών διεκδικήσεων.

Η δημοτική πλευρά υποστηρίζει ότι η μουσική και το φολκλόρ έχουν χρησιμοποιηθεί διαχρονικά ως μέσα «ήπιας» συμβολικής πρόκλησης, χωρίς κραυγαλέες διατυπώσεις αλλά με σαφή υπονοούμενα. Υπό αυτό το πρίσμα, η φράση «Είμαστε Έλληνες, δεν είμαστε Σλάβοι» αποτυπώνει –όπως τονίζεται– μια θέση ιστορικής αυτοσυνείδησης και όχι αποκλεισμού πολιτιστικών εκφράσεων.

Αντίθετα, τα μέλη της Banda Entopica κάνουν λόγο για παρερμηνεία των προθέσεών τους, υποστηρίζοντας ότι τα τραγούδια που ερμήνευσαν εντάσσονται στο κοινό βαλκανικό μουσικό απόθεμα και δεν φέρουν πολιτικό ή αλυτρωτικό μήνυμα. Στην ανακοίνωσή τους αναφέρουν ότι το ρεπερτόριό τους περιλαμβάνει τραγούδια σε πολλές γλώσσες –ελληνικά, σλαβικά, βουλγάρικα, τουρκικά, σερβικά και ρομανί– με αποκλειστικά καλλιτεχνικό στόχο, ενώ καταγγέλλουν λεκτικές επιθέσεις και ένα μεμονωμένο περιστατικό σωματικής έντασης από άτομο του κοινού.

Στο πολιτικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήρισε την παρέμβαση απαράδεκτη λογοκρισία, με τη δημοτική αρχή να απαντά ότι τέτοιες τοποθετήσεις αγνοούν τη συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα της Φλώρινας.

Η ουσία της υπόθεσης δεν εξαντλείται στο δίλημμα «τέχνη ή λογοκρισία». Αγγίζει το λεπτό όριο ανάμεσα στην καλλιτεχνική ελευθερία και την ευθύνη της θεσμικής πολιτείας να προστατεύει τη συλλογική μνήμη σε περιοχές με τραυματικό ιστορικό φορτίο. Από αυτή την οπτική, η απόφαση του δημάρχου παρουσιάζεται ως συνειδητή, προληπτική και θεσμική επιλογή.

Θεσμική στάση. Απόφαση με ιστορική επίγνωση. Για τους υποστηρικτές της, σωστή. Για τους επικριτές της, αμφιλεγόμενη. Το βέβαιο είναι ότι η Φλώρινα ανέδειξε ξανά πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία ανάμεσα στην τέχνη, την ιστορία και την πολιτική.