Ελλάδα: Πολλή δουλειά αλλά χαμηλή παραγωγικότητα σε τουρισμό και εμπόριο

Το έντονο δομικό παράδοξο της ελληνικής αγοράς εργασίας αποτυπώνουν τα επίσημα στατιστικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία οι απασχολούμενοι στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών, των καταλυμάτων και της εστίασης στην Ελλάδα καταγράφουν τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη, παράγοντας ωστόσο τη χαμηλότερη οικονομική αξία ανά ώρα.

Συγκεκριμένα, ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα απασχολείται κατά μέσο όρο 2.047,7 ώρες ετησίως (περίπου 256 οκτάωρα), δουλεύοντας 24,6% περισσότερο από τον μέσο Ευρωπαίο (1.642,9 ώρες) και 745 ώρες περισσότερες από έναν εργαζόμενο στη Γερμανία (1.302,7 ώρες).

Παρά τον μεγάλο όγκο εργασίας, το ΑΕΠ που παράγεται ανά ώρα απασχόλησης στην Ελλάδα ανέρχεται σε μόλις 24,3 ευρώ, τη στιγμή που στην Ισπανία φτάνει τα 45,71 ευρώ, στη Γαλλία τα 65,9 ευρώ, στη Γερμανία τα 72,91 ευρώ και ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στα 53,15 ευρώ, δηλαδή 118% υψηλότερα.

Αυτή η υστέρηση αποτυπώνεται ευθέως και στις απολαβές, καθώς η μέση ωριαία αμοιβή στους συγκεκριμένους κλάδους περιορίζεται στα 9,3 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 23,6 ευρώ στην Ισπανία, 33,7 ευρώ στη Γαλλία, 36,1 ευρώ στη Γερμανία και 24,9 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η αιτία του παραγωγικού αυτού χάσματος εντοπίζεται στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία χαρακτηρίζεται από συντριπτική υπεροχή πολύ μικρών επιχειρήσεων, περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, χαμηλό βαθμό αυτοματοποίησης και έντονη γραφειοκρατία.

Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι εργοδοτών και εργαζομένων, το χρόνιο επενδυτικό έλλειμμα σε σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, ψηφιακά συστήματα και έρευνα, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση της δραστηριότητας σε κλάδους υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας, καθηλώνει την παραγόμενη αξία ανά ώρα, περιορίζοντας αντίστοιχα τη δυνατότητα ουσιαστικής αύξησης των μισθών.

Πηγή / Προέλευση: Η Καθημερινή / Ρούλα Σαλούρου (στοιχεία: Greece in figures, ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat, ΟΟΣΑ)

Σχόλιο Σύνταξης:

Η αποτύπωση των χαμηλών επιπέδων παραγωγικότητας παρά την εξουθενωτική εργασία αναδεικνύει τις χρόνιες παθογένειες του εγχώριου αναπτυξιακού μοντέλου, οι οποίες γίνονται ακόμη πιο έντονες σε περιφερειακές οικονομίες όπως της Θράκης. Στην ακριτική μας περιοχή, όπου κυριαρχούν οι πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις λιανεμπορίου και εστίασης με περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και ψηφιακά εργαλεία, η υπερεργασία συχνά αποτελεί μοναδικό μέσο επιβίωσης και όχι μοχλό πραγματικής ανάπτυξης. Για να συγκλίνουν οι αμοιβές και το βιοτικό επίπεδο με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, απαιτείται ριζική στροφή της οικονομικής πολιτικής προς την ενίσχυση της καινοτομίας, την παροχή κινήτρων για ψηφιακό εκσυγχρονισμό των μικρών επιχειρήσεων και τη στήριξη παραγωγικών κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας στην περιφέρεια.