Ελλάδα Βουλγαρία: Ιστορική συμφωνία για την επιστροφή κειμηλίων

Ιστορική συμφωνία επαναπατρισμού κειμηλίων ανάμεσα σε Ελλάδα και Βουλγαρία

Μια κομβική εξέλιξη στο πεδίο της πολιτιστικής διπλωματίας και των διακρατικών σχέσεων στα Βαλκάνια σφραγίστηκε στη Θεσσαλονίκη, καθώς υπεγράφη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ιστορικών κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Βούλγαρου ομολόγου του Ρούμεν Ράντεφ.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Ελλάδα υποδέχεται σαράντα οκτώ ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικά κειμήλια, μεταξύ των οποίων ιερές εικόνες, σταυροί, άμφια, λειψανοθήκες και ο ιστορικός Επισκοπικός Θρόνος, τα οποία είχαν αποσπαστεί το 1917 κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από τις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Παναγίας Εικοσιφοινίσσης και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Τα αντικείμενα θα εκτίθενται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού έως τις 5 Νοεμβρίου και ακολούθως θα επιστραφούν οριστικά στους φυσικούς τους χώρους στη Βόρεια Ελλάδα.
Ταυτόχρονα, η ελληνική πλευρά παραδίδει στη Σόφια τα οστά που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ μαζί με το ανθρωπολογικό υλικό των τεσσάρων σαρκοφάγων που είχε ανασκάψει το 1964 ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι ο επαναπατρισμός αυτός ολοκληρώνει μια διαπραγματευτική πορεία σχεδόν μισού αιώνα, η οποία είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του 1970 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Τοντόρ Ζίβκοφ, μετατρέποντας τις ιστορικές πληγές σε γέφυρες εμπιστοσύνης και ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω επιστροφές πολιτιστικών αγαθών.
Παράλληλα, ο Πρωθυπουργός συνέδεσε τη συγκεκριμένη διμερή εξέλιξη με τη διεθνή αρχή της ακεραιότητας των μνημείων, εκπέμποντας σαφές μήνυμα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα και ξεκαθαρίζοντας κατηγορηματικά ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις δανεισμού ή αναγνώρισης ξένης κυριαρχίας επί των θησαυρών της.

Την επιστροφή των σαράντα οκτώ ιερών κειμηλίων από τη Βουλγαρία χαιρετίζει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος

Την ιδιαίτερη ικανοποίησή της για την ιστορική συμφωνία επαναπατρισμού των σαράντα οκτώ ιερών κειμηλίων εξέφρασε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τη συνεδρίασή της με τη νέα σύνθεση για την περίοδο 2026-2027. Τα ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικά αντικείμενα επιστρέφουν στη χώρα έπειτα από έναν και πλέον αιώνα και μετά από πολυετείς, επίπονες διαπραγματεύσεις, καθώς είχαν αφαιρεθεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1917 από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.

Η Ιερά Σύνοδος υπογράμμισε ότι το Μνημόνιο Κατανόησης που υπογράφηκε μεταξύ της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη και του Βούλγαρου ομολόγου της Εβτίμ Μιλόσεφ συνιστά μια σπουδαία εθνική επιτυχία, η οποία αναδεικνύει τη σταθερή συναντίληψη και τη διαρκή συνέργεια Πολιτείας και Εκκλησίας.

Παράλληλα, εξέφρασε την ευχή η συμφωνία αυτή να αποτελέσει την αρχή για πρόσθετες επιστροφές του συνόλου των εκκλησιαστικών θησαυρών που αποσπάστηκαν από ναούς και μονές της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης.

Τέλος, η Σύνοδος απέδωσε τα θερμά της συγχαρητήρια στους Μητροπολίτες Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο και Δράμας κ. Δωρόθεο για τους επίμονους αγώνες τους, μνημονεύοντας με βαθιά συγκίνηση τον μακαριστό Μητροπολίτη Δράμας κυρό Παύλο, ο οποίος υπήρξε ο πρωτεργάτης και ο βασικός αρχιτέκτονας της μακράς αυτής διεκδίκησης.

Σχόλιο Σύνταξης: Η συμφωνία της Θεσσαλονίκης υπερβαίνει τα όρια μιας τυπικής μουσειακής διευθέτησης και καταγράφεται ως ουσιαστική τομή στη γεωπολιτική της μνήμης στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο επαναπατρισμός των 48 λεηλατηθέντων κειμηλίων του 1917 στις ιστορικές εστίες των Σερρών και της Δράμας θεραπεύει ένα διαχρονικό ιστορικό τραύμα της Μακεδονίας, αποδεικνύοντας ότι η αθόρυβη διπλωματία φέρνει μετρήσιμα αποτελέσματα όταν ξεπερνά τις χρόνιες αγκυλώσεις. Την ίδια στιγμή, η παράδοση του ανθρωπολογικού υλικού του Αγίου Αχιλλείου στη Σόφια δείχνει πώς η διαχείριση της ιστορικής κληρονομιάς μπορεί να λειτουργήσει αποφορτιστικά για τα Βαλκάνια, ενώ η ταυτόχρονη σύνδεση του ζητήματος με την αξίωση για την ακεραιότητα του Παρθενώνα προσδίδει στην Αθήνα πρόσθετο ηθικό πλεονέκτημα απέναντι σε παρωχημένες αντιλήψεις περί πολιτιστικών λαφύρων.

Η επίσημη τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου αποδίδει την οφειλόμενη ιστορική και πνευματική δικαίωση σε έναν αγώνα δεκαετιών, αναδεικνύοντας παράλληλα μια κρίσιμη παράμετρο που ουδείς δικαιούται να λησμονεί: την παρακαταθήκη του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου. Ενός ιεράρχη που με αταλάντευτο εκκλησιαστικό και πατριωτικό σθένος έθεσε πρώτος, με ονοματεπώνυμο και τεκμήρια, το ζήτημα της λεηλασίας των ιερών μονών της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, συγκρουόμενος με τη διπλωματική ατολμία και την κρατική λήθη.

Το μοντέλο της ειρηνικής συμβίωσης και της συνύπαρξης στα Βαλκάνια και στη Θράκη αναδεικνύεται παντού και εδραιώνεται μόνο όταν στηρίζεται στην αλήθεια και στην αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης. Η επιστροφή των 48 κειμηλίων είναι πράγματι ένα κομβικό πρώτο βήμα, όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί το τέλος του δρόμου. Εκατοντάδες ιστορικά χειρόγραφα, σπάνιοι κώδικες και λατρευτικά κειμήλια που εκλάπησαν βάρβαρα το 1917 παραμένουν ακόμη εγκλωβισμένα σε ξένες βιβλιοθήκες και ιδρύματα. Η Αθήνα και η Εκκλησία οφείλουν να διατηρήσουν ανοιχτό το διεκδικητικό μέτωπο, καθιστώντας σαφές ότι η πλήρης αποκατάσταση της πολιτιστικής και θρησκευτικής ταυτότητας της βόρειας ελληνικής επικράτειας δεν αποτελεί αντικείμενο συμβιβασμών, αλλά εθνικό χρέος τιμής προς τις τοπικές μας κοινωνίες.

 

 

Ελλάδα και Βουλγαρία υπέγραψαν μνημόνιο για την επιστροφή κειμηλίων της Παναγίας της Εικοσιφοινίσσης 

 

Παναγία Εικοσιφοίνισσα: Το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ευρώπη