Σε μια αναλυτική «ακτινογραφία» της ελληνικής γεωργίας από το 1981 έως σήμερα προχώρησε η Καθημερινή και η δημοσιογράφος Δήμητρα Μανιφάβα, αναζητώντας τα αίτια της συρρίκνωσης του πρωτογενούς τομέα παρά την εισροή κοινοτικών πόρων που υπερβαίνουν τα 180 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το ρεπορτάζ, ύστερα από 44 χρόνια εφαρμογής της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), η εικόνα του αγροτικού τομέα παρουσιάζει σημαντική υποχώρηση σε βασικούς δείκτες:
-
Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της γεωργίας το 2023 βρίσκεται στα επίπεδα του 1996.
-
Η χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση έχει μειωθεί κατά 50% σε σχέση με το 1981 (μείωση 20% μόνο την περίοδο 2013-2020).
-
Οι απασχολούμενοι στον κλάδο είναι λιγότεροι κατά περίπου ένα εκατομμύριο συγκριτικά με μία εικοσαετία πριν.
Έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού Η έρευνα επισημαίνει ότι η εισροή κεφαλαίων δεν συνοδεύτηκε από μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ενώ το αγροτικό εισόδημα αρχικά αυξήθηκε μέσω άμεσων ενισχύσεων και στήριξης τιμών, ο τομέας δεν λειτούργησε με όρους πραγματικής αγοράς, γεγονός που λειτούργησε ως αντικίνητρο για ουσιαστικές επενδύσεις.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως την περίοδο 1981-1995, ενώ το εισόδημα ανά απασχολούμενο αυξανόταν, οι ιδιωτικές επενδύσεις στη γεωργία παρουσίαζαν αρνητικό ρυθμό (-3,11%). Ακόμη και σήμερα, η αναλογία επενδύσεων ως προς την προστιθέμενη αξία παραμένει χαμηλή (24,7% το 2020) έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου (30,5%).
Διαρθρωτικά προβλήματα και γήρανση Τα στοιχεία αναδεικνύουν σοβαρά διαρθρωτικά ζητήματα:
-
Κατακερματισμός: Το 75% των εκμεταλλεύσεων είναι κάτω από 50 στρέμματα (μέσος όρος Ε.Ε.: 170 στρέμματα).
-
Γήρανση: Σχεδόν 4 στους 10 επικεφαλής εκμεταλλεύσεων είναι άνω των 65 ετών, ενώ οι κάτω των 40 ετών αποτελούν μόλις το 7,2%.
-
Έλλειψη κατάρτισης: Μόλις το 0,7% των αγροτών διαθέτει πλήρη αγροτική κατάρτιση.
Το εμπορικό ισοζύγιο και οι στρεβλώσεις της ΚΑΠ Το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων, από πλεονασματικό το 1985, κατέστη ελλειμματικό για δεκαετίες, φτάνοντας σε έλλειμμα άνω των 3 δισ. ευρώ το 2008. Επέστρεψε σε θετικό πρόσημο μόλις το 2020. Παράλληλα, επισημαίνεται ο ρόλος των επιδοτήσεων στη διαμόρφωση καλλιεργειών που δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της αγοράς (π.χ. πριμοδότηση σκληρού σίτου έναντι μαλακού, καπνά, βαμβάκι), καθώς και η ελληνική πρακτική της μη τυποποίησης των προϊόντων, η οποία στερεί προστιθέμενη αξία από τον παραγωγό.






