Εσωτερικός οριενταλισμός και σουφισμός στα Βαλκάνια – Η πολιτική διάσταση της πολιτισμικής κληρονομιάς

Εσωτερικός οριενταλισμός, εξωτισμός και αποπολιτικοποίηση του σουφισμού

Η πολιτισμική αναπαράσταση του βαλκανικού σουφισμού και οι γεωπολιτικές διαστάσεις της «κληρονομιάς»

Μυλωνέλης Ιωάννης, Υποψήφιος Διδάκτωρ Α.Π.Θ.

Παρακολουθώ και καταγράφω με πολύ ενδιαφέρον, περισσότερο από μια δεκαετία, μια αρκετά ιδιαίτερη τάση, η οποία ξεκίνησε κυρίως από New Age ομάδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπως η Νέα Ακρόπολη και γίνεται όλο και πιο έντονη σε δημοσιεύσεις και κείμενα (τα κείμενα γίνονται όλο και περισσότερα κοντά στην ημερομηνία του Χίντερλεζ στις 6 Μαΐου κάθε έτους) από λαογραφούντες (κάποιες φορές εμπλέκονται και με την ακαδημία), φιλίστορες που ασχολούνται κυρίως με την τοπική ιστορία, καθώς και από ανθρώπους που αποσκοπούν σε προσωπικό οικονομικό όφελος.

Το παραπάνω φαινόμενο είναι περισσότερο έντονο στη Βόρεια Ελλάδα. Ο σουφισμός στα Βαλκάνια αλλά και στην Ελλάδα προσφέρει ένα ιδανικό πεδίο για οριενταλιστικές αναγνώσεις επειδή είναι ιστορικά συνδεδεμένος με όρια, μικτές λατρείες, προσκυνηματικούς τόπους, «αγιότητες» και πρακτικές που δεν υπάγονται εύκολα σε καθαρά θεολογικές κατηγορίες.

Η μελέτη του σουφισμού και ειδικότερα των μπεκτασικών παραδόσεων, αλλά και πιο πρόσφατα των αλεβιτικών παραδόσεων στον βαλκανικό χώρο έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια μια εντυπωσιακή αναζωπύρωση, τόσο στο πεδίο της ακαδημαϊκής έρευνας όσο και στο επίπεδο της δημόσιας πολιτισμικής αναπαράστασης.

Οι τεκκέδες, οι τουρμπέδες (ταφικά μνημεία), τα όποια και λίγα κοινά προσκυνήματα, οι αναφορές σε δερβίσηδες, οι αφηγήσεις περί «συγκρητισμού» και οι μορφές διαθρησκευτικής συνύπαρξης επανεμφανίζονται όλο και περισσότερο συχνά ως σύμβολα μιας υποτιθέμενης «βαλκανικής ανεκτικότητας» ή ως κατάλοιπα ενός χαμένου πολυπολιτισμικού κόσμου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο σουφισμός παρουσιάζεται επανειλημμένα ως ένα «ήπιο», «ανθρωπιστικό», «μυστικιστικό», «καλό» και «ανεκτικό» Ισλάμ, το οποίο διαφοροποιείται από άλλες ισλαμικές εκφράσεις που θεωρούνται περισσότερο «δογματικές», «πολιτικοποιημένες» ή ακόμα και «επικίνδυνες».

Η αισθητικοποίηση του «καλού Ισλάμ»

Εικόνα 1: Εσωτερικό του τεκκέ Arabati Baba στο Τέτοβο της Βόρειας Μακεδονίας. Από την επιτόπια εθνογραφική μου έρευνα. © Ιωάννης Μυλωνέλης.

Ωστόσο, αυτή η φαινομενικά θετική αναγνώριση του βαλκανικού σουφισμού συνοδεύεται από μια βαθιά προβληματική διαδικασία αισθητικοποίησης, εξωτικοποίησης και αποπολιτικοποίησης. Οι αλεβιτικές και μπεκτασικές κοινότητες μετατρέπονται συχνά σε αντικείμενα πολιτισμικού θαυμασμού, σε «γραφικά κατάλοιπα» ή σε παραδείγματα «καλού Ισλάμ», ενώ αποσιωπώνται οι ιστορικές τους συγκρούσεις, οι σχέσεις τους με την εξουσία, οι μηχανισμοί καταστολής που αντιμετώπισαν, καθώς και οι σύγχρονες πολιτικές και κοινωνικές τους διεκδικήσεις. Με άλλα λόγια, η ορατότητα που αποκτούν είναι συχνά μια ορατότητα χωρίς πολιτική δράση· γίνονται αποδεκτές ως ένα πολιτισμικό θέαμα, αλλά όχι ως ζωντανά, ενεργά θρησκευτικά και κοινωνικά υποκείμενα, και έτσι η εξωτικοποίηση του σουφισμού των Βαλκανίων λειτουργεί κυρίως μέσα από την αισθητικοποίηση της διαφοράς.

Από τη μια πλευρά, οι «δερβίσηδες», τα μαυσωλεία, οι πράσινες σημαίες, οι τελετουργίες, τα θαυματουργά ιερά και οι «μυστικές» παραδόσεις προβάλλονται ως στοιχεία ενός «μυστηριακού» και «αυθεντικού» βαλκανικού τοπίου. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η αναγνώριση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, αλλά το γεγονός ότι η ιδιαιτερότητα αυτή αποκόπτεται από τις σχέσεις εξουσίας και τις ιστορικές διεργασίες που τη συγκρότησαν. Ο σουφισμός μετατρέπεται σε αισθητικό αντικείμενο κατανάλωσης· σε ένα είδος πνευματικού φολκλορισμού που μπορεί να προβληθεί τουριστικά, πολιτιστικά ή μουσειολογικά, αρκεί να παραμείνει ακίνδυνος και απογυμνωμένος από το πολιτικό του περιεχόμενο και τις εκάστοτε επιδιώξεις.

Ο Harry Norris έχει ήδη δείξει ότι οι σουφικές κοινότητες και οργανώσεις, δεν υπήρξαν απλώς «μυστικιστικές κοινότητες», αλλά σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά δίκτυα της Βαλκανικής κατά την Οθωμανική περίοδο. Παρομοίως, η Clayer ανέδειξε τον ενεργό ρόλο του μπεκτασισμού στη συγκρότηση πολιτικών και εθνικών ταυτοτήτων με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση της Αλβανίας. Οι κοινότητες αυτές δεν υπήρξαν παθητικά πολιτισμικά κατάλοιπα, αλλά ιστορικοί δρώντες που διαπραγματεύτηκαν ενεργά τη θέση τους μέσα σε μεταβαλλόμενα καθεστώτα εξουσίας. Η αποπολιτικοποίηση του σουφισμού συνδέεται στενά και με τις σύγχρονες πολιτικές της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στη μετα-σοσιαλιστική Βαλκανική, οι τεκκέδες, οι τουρμπέδες και τα σουφικά δίκτυα επανεμφανίζονται ολοένα και περισσότερο μέσα από λόγους περί κληρονομίας και πολιτισμικής διαχείρισης. Η διαδικασία αυτή, παρότι προσφέρει ορατότητα και θεσμική αναγνώριση, είναι βαθιά αμφίσημη. Οι ζωντανές θρησκευτικές πρακτικές μετατρέπονται σε «πολιτισμικά μνημεία», σε ασφαλή στοιχεία ενός πολυπολιτισμικού παρελθόντος, ενώ αποδυναμώνεται η δυνατότητά τους να λειτουργούν ως σύγχρονα πεδία θρησκευτικής αυθεντίας, κοινωνικής μνήμης και πολιτικής διεκδίκησης. Ο εσωτερικός βαλκανικός οριενταλισμός κατασκευάζει και βλέπει τον σουφισμό ως τον «ανατολικό Άλλο» μέσα στον ίδιο τον βαλκανικό χώρο. Ο εξωτισμός μετατρέπει αυτόν τον Άλλο σε αισθητικό αντικείμενο. Η αποπολιτικοποίηση αποσυνδέει τις πρακτικές αυτές από τις ιστορικές τους συγκρούσεις και η κληρονομοποίηση τις ενσωματώνει σε ασφαλείς πολιτισμικούς λόγους, απογυμνωμένους από το κοινωνικό και πολιτικό τους βάρος.

Νεο-οθωμανική στρατηγική και πολιτισμική διπλωματία στα Βαλκάνια

Εικόνα 2: Εσωτερικά η κεντρική είσοδος του τεκκέ Arabati Baba στο Τέτοβο της Βόρειας Μακεδονίας. Από την επιτόπια εθνογραφική μου έρευνα. © Ιωάννης Μυλωνέλης.

Από την άλλη πλευρά, η σύγχρονη τουρκική παρουσία στα Βαλκάνια δεν περιορίζεται σε διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις. Από τις αρχές του 21ου αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία το 2002, η Τουρκία έχει αναπτύξει ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα «ανάκτησης» και ανακαίνισης της οθωμανικής πολιτισμικής κληρονομιάς στην περιοχή των Βαλκανίων. Η Τουρκική Υπηρεσία Συνεργασίας και Συντονισμού (TIKA) αποτελεί τον κύριο μοχλό της τουρκικής παρουσίας στα Βαλκάνια και ακολουθεί μια επιλεκτική, στοχευμένη στρατηγική όπου εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά σε ισλαμικά και οθωμανικά μνημεία, συνδέοντας την πολιτισμική διατήρηση άμεσα με την τουρκική εθνική αφήγηση και την προβολή ισχύος στα «πρώην οθωμανικά εδάφη». Η περίπτωση του τουρμπέ του Σαρί Σαλτίκ (στα τουρκικά: Sarı Saltuk) στο Babadağ, της σημερινής Ρουμανίας, αποτελεί ένα εμβληματικό παράδειγμα της πολιτικοποίησης της πολιτισμικής κληρονομιάς. Το ιερό αυτό συνδέεται με την ιστορική μνήμη ενός «θαυματουργού δερβίση» που λειτούργησε ως σύμβολο διαθρησκευτικής συνύπαρξης μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών παραδόσεων στο βαλκανικά χώρο. Η ανακαίνιση του μνημείου το 2007 από τον Ερντογάν, με αποκορύφωμα την επίσκεψη του ίδιου του Τούρκου Πρωθυπουργού, μετατρέπει έναν ιστορικό και θρησκευτικό χώρο σε σύμβολο κρατικής ισχύος. Η διεκδίκηση των σουφικών χώρων δεν είναι μονοπώλιο μόνο της Τουρκίας καθώς παρατηρούνται σημαντικοί ανταγωνισμοί μεταξύ και άλλων κρατών, όπως για παράδειγμα από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, όπου χρηματοδοτούν την κατασκευή νέων τζαμιών και ισλαμικών κέντρων, συχνά προωθώντας ένα πιο «καθαρό», σαλαφιστικό Ισλάμ, σε αντίθεση με το «συγκρητιστικό» σουφικό παρελθόν, αλλά και από το Ιράν το οποίο επιδιώκει να ασκήσει επιρροή σε σιιτικές ή αλεβιτικές κοινότητες, αν και με πολύ περιορισμένα αποτελέσματα.

Πολιτισμική κληρονομιά, ισχύς και γεωπολιτική

Η διεκδίκηση των τουρμπέδων και των τεκέδων στα Βαλκάνια από την Τουρκία αποτελεί πεδίο σύγκλισης πολλαπλών δυναμικών όπως της ιστορικής μνήμης, της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, της θρησκευτικής επιρροής και της οικονομικής διπλωματίας. Η TIKA και συναφείς οργανισμοί όπως η Προεδρία Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet) και η Υπηρεσία για τους Τούρκους του Εξωτερικού και Συγγενείς Κοινότητες (YTB) αποτελούν συμπληρωματικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής και λειτουργούν ως μοχλοί μιας νεο-οθωμανικής στρατηγικής που επιδιώκει να αναδιατάξει τις συμβολικές γεωγραφίες της περιοχής.

Η κριτική μελέτη των παραπάνω φαινομένων οφείλει να αποφεύγει, τόσο την αφελή αποδοχή της τουρκικής αφήγησης περί «αναβίωσης της παράδοσης» καθώς και την απλουστευτική καταγγελία περί «νεο-οθωμανικού ιμπεριαλισμού», όσο και την πρόσληψη του σουφισμού ως ένα «φολκλορικό κατάλοιπο» και να αντιμετωπίζεται ως ένα «ευρωπαϊκό εξημερωμένο Ισλάμ».

Αντίθετα, μια κριτική ανθρωπολογική και ιστορική προσέγγιση οφείλει να αντιμετωπίσει τον βαλκανικό σουφισμό ως ένα δυναμικό πεδίο όπου πρέπει να εστιάσει στις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις, συγκρούσεις και αντιστάσεις που αναδύονται σε κάθε τοπικό πεδίο, αναγνωρίζοντας ότι η «κληρονομιά» δεν είναι ποτέ ουδέτερη, αλλά πάντα πεδίο άσκησης ισχύος και διεκδίκησης νοήματος.