Eurovision 2026: Η Ελλάδα, το «Ferto» και η κρίση ευρωπαϊκής ταυτότητας

Eurovision 2026: Η Ελλάδα, το «Ferto» και η κρίση ευρωπαϊκής ταυτότητας στην εποχή της ψηφιακής μετάβασης

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται σε ένα κρίσιμο πολιτισμικό και υπαρξιακό μεταίχμιο, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον πλήρη ψηφιακό εκσυγχρονισμό και τη διατήρηση της ιδιαίτερης πολιτισμικής της ταυτότητας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο φετινός διαγωνισμός της Eurovision στη Βιέννη απέκτησε έναν βαθύτερο συμβολισμό.

Η 10η θέση του Akylas με το τραγούδι «Ferto» δεν αποτελεί αποτυχία, αλλά μια συνειδητή προσπάθεια μετωπικής σύγκρουσης με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή pop αισθητική. Με ένα act σχεδιασμένο για τη viral δυναμική του TikTok, με hyper-pop στοιχεία και urban παλμό, η ελληνική συμμετοχή κέρδισε ένα φανατικό online κοινό, αλλά εγκλωβίστηκε σε μια αφηγηματική ασάφεια ανάμεσα στην ειρωνεία και την κυριολεξία, χάνοντας τη βαθύτερη συναισθηματική σύνδεση με τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους.

Την απάντηση στο ελληνικό δίλημμα έδωσε η Βουλγαρία με την Dara και το «Bangaranga». Το βουλγαρικό act κατέκτησε επιτροπές και televoting επειδή παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εμπειρία ταυτότητας με βαλκανική ένταση, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να «εξηγήσει» την καταγωγή του.

Αυτή η ανάγκη της Ελλάδας να ρωτά διαρκώς «τι θέλει η Ευρώπη από εμάς» αντανακλάται και στην ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα του 2026. Η ολοκλήρωση της μετάβασης στις νέες ψηφιακές ταυτότητες μέσω του Gov.gr Wallet και η κατάργηση των παλαιών εγγράφων τον Αύγουστο του 2026 δείχνουν ότι η έννοια της ταυτότητας μετατρέπεται πλέον σε μια καθαρά τεχνολογική και ευρωπαϊκή συνθήκη.

Η Ελλάδα του 2026 πάσχει από ένα σύνδρομο «πολιτισμικού επαρχιωτισμού»: από τη μία ψηφιοποιείται βίαια με εφαρμογές, wallets και αλγόριθμους προσπαθώντας να αποδείξει ότι ανήκει στη Δύση, και από την άλλη ντρέπεται για τη βαλκανική και ανατολική της μήτρα, την οποία είτε προσπαθεί να εξωτικοποιήσει είτε να την κρύψει κάτω από ιλουστρασιόν hyper-pop περιτυλίγματα.

Το μάθημα που μας έδωσε φέτος η Βουλγαρία (όπως παλαιότερα η Μαρίνα Σάττι με το «Zari» ή η Έλενα Παπαρίζου το 2005 ακόμη και η Κλαυδία τουη 2026) είναι ότι η Ευρώπη δεν συγκινείται από κακομονταρισμένα αντίγραφα της δικής της αισθητικής.

Σε μια διοργάνωση που θύμιζε περισσότερο νευρικό και υπερ-ασφαλές media event υπό τη σκιά drones, δρακόντειων μέτρων στο Wiener Stadthalle και πολιτικών εντάσεων για τη συμμετοχή του Ισραήλ, αναδείχθηκαν και τα στρατηγικά ελλείμματα της ελληνικής αποστολής.

Η Αθήνα παρέμεινε εγκλωβισμένη σε μια εσωστρεφή ομφαλοσκόπηση, χωρίς διεθνή επικοινωνιακή καμπάνια, χωρίς διασύνδεση με το διπλωματικό δίκτυο ή τα γραφεία του ΕΟΤ και, κυρίως, χωρίς κατανόηση του πώς λειτουργούν πλέον οι ψηφιακές εκστρατείες επιρροής (soft power) και η συντονισμένη κινητοποίηση ψήφων στο televoting.

Όσο η Αθήνα σχεδιάζει καμπάνιες soft power με όρους εσωτερικής κατανάλωσης και αγνοεί τους μηχανισμούς της σύγχρονης ψηφιακής διπλωματίας, θα παραμένουμε θεατές στο ίδιο έργο: τεχνικά επαρκείς, αλλά πολιτισμικά αόρατοι.

Το «Ferto» ήταν ένα αναγκαίο μεταβατικό βήμα αστικής έντασης, όμως η επόμενη ελληνική υπέρβαση θα έρθει μόνο όταν η χώρα σταματήσει να μιμείται διεθνή trends και παρουσιάσει με αυτοπεποίθηση τον δικό της, αυθεντικό ήχο.