Ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη συνέντευξη Τύπου στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Το «Τίμημα της Ελευθερίας» και το Μήνυμα στην Άγκυρα

Η γεωπολιτική ενηλικίωση της Ελλάδας: ΝΑΤΟ 3.0, εξοπλισμοί, Casus Belli και η νέα στρατηγική της Αθήνας

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και η παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη επισφράγισαν μια κρίσιμη στροφή για την εθνική μας στρατηγική.
Σε μια περίοδο όπου οι παγκόσμιες ισορροπίες επαναπροσδιορίζονται ραγδαία και η Συμμαχία εισέρχεται στην εποχή του «ΝΑΤΟ 3.0», η Ελλάδα δεν προσέρχεται πλέον ως ένας παθητικός δέκτης αποφάσεων ή ως μια χώρα που ζητά προστασία, αλλά ως ένας ισχυρός, αξιόπιστος και πρωταγωνιστικός πυλώνας ασφάλειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μεσόγειο.

Ο Ευρωπαϊκός Πυλώνας και η ελληνική συνέπεια

Η συζήτηση για τον επιμερισμό των βαρών εντός της Συμμαχίας δεν είναι καινούργια. Όπως ορθά υπενθύμισε ο Πρωθυπουργός, η ανάγκη να αναλάβει η Ευρώπη μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη δική της άμυνα—κάτι που ορθώς έθετε ο Ντόναλντ Τραμπ ήδη από την πρώτη του θητεία προ οκταετίας—έχει μετατραπεί σήμερα σε συνθήκη επιβίωσης για τη Συμμαχία.
Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια, η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία. Είναι μία από τις μόλις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που ήδη για το 2026 έχουν ξεπεράσει τον εξαιρετικά απαιτητικό στόχο του 3,5% του ΑΕΠ στις κύριες αμυντικές δαπάνες.
κεί όπου άλλοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι ευελπιστούν και σχεδιάζουν να βρεθούν το 2035, η χώρα μας βρίσκεται ήδη σήμερα. Αυτή η συνέπεια, αναγνωρισμένη πλήρως από την ηγεσία της Συμμαχίας και τις ΗΠΑ, δίνει στην Αθήνα το ηθικό και πολιτικό ανάστημα να ζητά την επιχειρησιακή ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής (Άρθρο 42.7) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το εξοπλιστικό πρόγραμμα των 28 δισ. ευρώ

Η θωράκιση της χώρας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά το αποτέλεσμα ενός γιγαντιαίου, εγκεκριμένου από το ΚΥΣΕΑ εξοπλιστικού προγράμματος ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια μεγάλη «θυσία» του ελληνικού λαού, καθώς αυτοί οι πολύτιμοι πόροι στερούνται από άλλες κρίσιμες κρατικές δαπάνες της καθημερινότητας. Είναι όμως, όπως τονίστηκε, το αναγκαίο τίμημα για την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την προάσπιση της εθνικής μας κυριαρχίας.
Τα αποτελέσματα αυτής της θυσίας είναι πλέον ορατά σε γη, θάλασσα και αέρα:
  • Στους αιθέρες: Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των F-16 στην κορυφαία έκδοση Viper τρέχει πλέον με ταχύτατους ρυθμούς, έχοντας ήδη ξεπεράσει τα 50 αεροσκάφη με τελικό στόχο τα 83. Παράλληλα, η Πολεμική Αεροπορία έχει ενισχυθεί με 24 υπερσύγχρονα μαχητικά Rafale, ενώ έχει ήδη δρομολογηθεί η κατασκευή των ελληνικών F-35, με τους Έλληνες πιλότους να ξεκινούν την εκπαίδευσή τους σε αυτά εντός του 2027.
  • Στη θάλασσα: Οι υπερσύγχρονες φρεγάτες Belh@rra καταφθάνουν στο Αιγαίο, αναβαθμίζοντας κατακόρυφα την αποτρεπτική ισχύ του Πολεμικού Ναυτικού.
  • Στην οικονομία: Ένα μέρος αυτής της επένδυσης επιστρέφει στην εγχώρια παραγωγή, μέσα από την αναζωογόνηση των ναυπηγείων και τη δυναμική είσοδο ελληνικών startups που παρέχουν καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Ελληνοτουρκικά: Η «ιστορική ανορθογραφία» του Casus Belli

Από το βήμα της Άγκυρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς τη γειτονική χώρα. Ενώ η Αθήνα παραμένει σταθερά προσηλωμένη στο πνεύμα της Διακήρυξης των Αθηνών—καταγράφοντας απτά βήματα προόδου στη διαχείριση του μεταναστευτικού, το διασυνοριακό εμπόριο και την τουριστική διευκόλυνση στα νησιά του Αιγαίου—δεν κάνει πίσω στις κόκκινες γραμμές της.
Το casus belli, η απειλή πολέμου που διατηρεί η Τουρκία από το 1995, χαρακτηρίστηκε ορθώς ως μια «ιστορική ανορθογραφία». Δεν νοείται δύο χώρες που θέλουν να χτίσουν σχέσεις καλής γειτονίας, και πολύ περισσότερο δύο σύμμαχοι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, να λειτουργούν υπό το καθεστώς μιας τέτοιας αναχρονιστικής απειλής.
Η Αθήνα ξεκαθάρισε ότι η μοναδική μας διαφορά παραμένει η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών (Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος), η οποία μπορεί να επιλυθεί αποκλειστικά με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση UNCLOS. Ακόμη όμως κι αν η διαφορά αυτή δεν γεφυρωθεί άμεσα, οι δύο λαοί μπορούν και οφείλουν να ζουν ειρηνικά, αφήνοντας τις απειλές του παρελθόντος εκεί που ανήκουν: στην ιστορία.

Παγκόσμια ναυτική δύναμη με ευθύνη

Η γεωπολιτική εμβέλεια της Ελλάδας επιβεβαιώνεται και από τη στάση της στις διεθνείς κρίσεις.
Ως η κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, η χώρα μας έχει ζωτικό συμφέρον να υπερασπίζεται την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η ενεργός παρουσία μας στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «Aspides» στην Ερυθρά Θάλασσα αποτελεί απτή απόδειξη αυτής της ευθύνης. Η ετοιμότητα της Ελλάδας να συμμετάσχει, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, σε μια αντίστοιχη επιχείρηση για τη διατήρηση της ελευθερίας των Στενών του Ορμούζ, υπογραμμίζει ότι η Αθήνα αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως εγγυητή της σταθερότητας στο παγκόσμιο εμπόριο.
Η Ελλάδα της νέας εποχής εκπέμπει αυτοπεποίθηση, σταθερότητα και ισχύ. Μέσα από τις θυσίες των πολιτών της και τη σοβαρή, μεθοδική διπλωματία, έχει καταφέρει να μετατραπεί σε έναν αδιαπραγμάτευτο παράγοντα της ευρωατλαντικής ασφάλειας.
Σχόλιο Συντάκτη: Η γεωπολιτική υπευθυνότητα και η εσωτερική «θυσία»
Η παρουσία της Ελλάδας στη Σύνοδο της Άγκυρας επιβεβαιώνει ότι η χώρα μας έχει περάσει σε μια φάση ώριμης και γεωπολιτικά υπεύθυνης συμπεριφοράς. Όταν η Αθήνα αναφέρεται στις αμυντικές δαπάνες που ξεπερνούν το 3,5% του ΑΕΠ, δεν το κάνει για να εισπράξει απλώς τα εύσημα των συμμάχων, αλλά για να καταδείξει ότι έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα να απαιτεί την έμπρακτη ενεργοποίηση της αμοιβαίας συνδρομής από τους εταίρους της σε κάθε δύσκολη στιγμή.
Ωστόσο, η ειλικρινής παραδοχή ότι το εξοπλιστικό πρόγραμμα των 28 δισεκατομμυρίων ευρώ αποτελεί μια «θυσία» του ελληνικού λαού, καθώς αυτοί οι πολύτιμοι πόροι στερούνται από άλλες κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες της καθημερινότητας, αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής μας πραγματικότητας.
Η ασφάλεια και η ελευθερία έχουν εξαιρετικά υψηλό τίμημα. Για να δικαιωθεί όμως αυτή η θυσία, η επένδυση αυτή πρέπει να επιστρέφει εν μέρει στην κοινωνία—όχι μόνο με το αίσθημα υπερηφάνειας για τις Belh@rra και τα Viper στους αιθέρες, αλλά και με την έμπρακτη, συστηματική ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, των ναυπηγείων μας και των ελληνικών startups τεχνολογίας.
Τέλος, η ευθεία αναφορά στο casus belli του 1995 ως «ιστορική ανορθογραφία» μέσα από την ίδια την Άγκυρα, αποτελεί μια αναγκαία και θαρραλέα υπενθύμιση: η ειρηνική συνύπαρξη δύο συμμάχων δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπό το κράτος αναχρονιστικών απειλών πολέμου. Η Ελλάδα δείχνει σταθερά τον δρόμο της σταθερότητας μέσω του Διεθνούς Δικαίου και της Σύμβασης UNCLOS, και η Τουρκία οφείλει να αποφασίσει αν θα τον ακολουθήσει ειλικρινά.