Τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας ως σημείου εισόδου για το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) στην Ευρώπη, ανέδειξε ο υπουργός Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών Chris Wright, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην ολοκλήρωση της διακυβερνητικής συνάντησης P-Tec για τη διατλαντική ενεργειακή συνεργασία, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα.
Ο κ. Wright εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα υπάρξει χρηματοδοτική υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης σε ελληνικά και περιφερειακά έργα που αφορούν τον εφοδιασμό της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με αμερικανικό φυσικό αέριο. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να επενδύσουν στο εξωτερικό σε μακροπρόθεσμες υποδομές που ωφελούν τόσο τη χώρα όπου πραγματοποιείται η επένδυση όσο και τη συνεργασία με τις ΗΠΑ», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί ήδη κρίσιμο παίκτη στη διεθνή αγορά ΥΦΑ, καθώς οι Έλληνες πλοιοκτήτες διαθέτουν περίπου το 20% της παγκόσμιας ναυτιλίας και πάνω από το ένα τρίτο των πλοίων μεταφοράς LNG.
Παράλληλα, ο κ. Wright άσκησε κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε., υποστηρίζοντας ότι η μονομερής έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές οδήγησε σε «αποβιομηχάνιση, οικονομική στασιμότητα και υψηλές τιμές ενέργειας».
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ Doug Burgum χαρακτήρισε τις συμφωνίες που υπεγράφησαν στην Αθήνα «ιστορική στιγμή», επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή συμμαχία αποτελεί βασικό όπλο για την αντιμετώπιση της ρωσικής ενεργειακής επιρροής και τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. «Η ειρήνη επιτυγχάνεται όταν σταματούμε τη ρωσική πολεμική μηχανή και τα ενεργειακά της έσοδα», τόνισε.
Ο κ. Burgum αναφέρθηκε επίσης στις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι ο ενεργειακός τομέας θα κληθεί να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. «Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που μπορούμε να μετατρέψουμε ένα κιλοβάτ σε νοημοσύνη», είπε χαρακτηριστικά, καλώντας τον «ελεύθερο κόσμο να κινηθεί με την ίδια ταχύτητα που κινείται η Κίνα».
Κλείνοντας, ο Έλληνας υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, τόνισε ότι η συνεργασία Ελλάδας–ΗΠΑ «δεν αφορά μόνο την ενέργεια, αλλά την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή», αναφερόμενος στον κάθετο διάδρομο ενέργειας και υποδομών που θα ενισχύσει μακροπρόθεσμα την ευημερία των πολιτών και τη διασύνδεση των χωρών της ΝΑ Ευρώπης.





