«Ηλία Ρίχτο»: Η κινηματογραφική κραυγή που έγινε ο καθρέφτης της νεοελληνικής ψυχής

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις και τις ξεχνάς, και υπάρχουν ταινίες που, ακόμα κι αν δεν τις έχεις παρακολουθήσει ποτέ ολόκληρες, έχουν καθορίσει τον τρόπο που σκέφτεσαι, μιλάς και αντιλαμβάνεσαι την ελληνική πραγματικότητα. Το «Όλα Είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι κάτι περισσότερο από σινεμά· είναι η κοινωνιολογία μιας ολόκληρης εποχής.

Η ανατομία μιας δεκαετίας

Αν κάποιος αναζητούσε τα αίτια της κρίσης που ξέσπασε στα τέλη των ’00s, θα τα έβρισκε όλα κρυμμένα στα καρέ αυτής της ταινίας. Ο Βούλγαρης, ενώνοντας τρεις διαφορετικές ιστορίες, κατάφερε να αποτυπώσει το «μακελειό» της δεκαετίας του ’90. Την εποχή των παχιών αγροτικών επιδοτήσεων, της επίπλαστης ευμάρειας, της «αρπαχτής» και της κυριαρχίας του κιτς. Είναι η Ελλάδα που ζούσε στα όρια, με δανεική αυτοπεποίθηση και φόντο τα φώτα της Εθνικής Οδού.

Το «Βιετνάμ» της Επαρχίας

Από το τρίπτυχο της ταινίας, η ιστορία που πέρασε στη σφαίρα του θρύλου είναι αναμφίβολα το «Βιετνάμ». Ο Γιώργος Αρμένης, σε έναν ρόλο καριέρας, ενσαρκώνει το αρχέτυπο του επαρχιώτη μεγαλοεπιχειρηματία. Έναν άντρα που προσπαθεί να διαχειριστεί τον πόνο του χωρισμού, όχι με ψυχανάλυση, αλλά με την απόλυτη ισοπέδωση.

Η σκηνή στο επαρχιακό σκυλάδικο αποτελεί μνημείο της ελληνικής νύχτας. Ο ήρωας δεν αρκείται στο να σπάσει πιάτα ή να κεράσει σαμπάνιες. Αγοράζει το μαγαζί επί τόπου, όχι για να το εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά, αλλά για να το εξαφανίσει από προσώπου γης. Η ατάκα του στον ιδιοκτήτη, «Όχι ρε… Άκου να το δουλέψω… Να το σπάσω θέλω!», συνοψίζει τον παραλογισμό και το πάθος μιας κοινωνίας που έμαθε να λειτουργεί με το συναίσθημα στο κόκκινο.

Η ιστορική εντολή

Η κορύφωση του δράματος, με τον πρωταγωνιστή να χορεύει ζεϊμπέκικο ανάμεσα στις φλόγες, τα ρούχα του να καπνίζουν και τη μπουλντόζα να περιμένει, είναι ίσως η πιο δυνατή εικόνα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Το παράγγελμα «Ηλία Ρίχτο!» δεν ήταν απλώς μια εντολή κατεδάφισης ενός κτιρίου. Ήταν η κατεδάφιση κάθε λογικής, μια πράξη απόλυτης εκτόνωσης και αυτοκαταστροφής.

Σήμερα, χρόνια μετά, η ταινία παραμένει επίκαιρη γιατί λειτουργεί ως ένας ειλικρινής καθρέφτης. Μας θυμίζει μια Ελλάδα που, μέσα στην υπερβολή και την ψευτομαγκιά της, έκρυβε μια παράδοξη, βίαιη τρυφερότητα. Μια Ελλάδα που όλοι γνωρίσαμε, είτε τη ζήσαμε στα τραπέζια των σκυλάδικων είτε απλώς ακούσαμε τον απόηχό της να γκρεμίζει τα πάντα στο πέρασμά της.

Η μουσική γίνεται «όπλο» στον αγώνα: Ο Χρήστος και η Σοφία Χατζοπούλου στο πλευρό των αγροτών