Η Τεχεράνη κατέστησε σαφές ότι θα επιμείνει να ικανοποιηθούν οι όροι που έθεσε για να ξανανοίξει το στρατηγικής σημασίας στενό του Ορμούζ παρά την απόρριψη του ιρανικού σχεδίου από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο επικεφαλής της διπλωματίας του Ιράν Αμπάς Αραγτσί τόνισε πως οι όροι είναι σαφείς και οποιαδήποτε κίνηση εξαρτάται από την ικανοποίησή τους υπογραμμίζοντας ότι η χώρα του δεν κλείνει την πόρτα στη διπλωματία αλλά δεν απεμπολεί τα δικαιώματά της.
Το Ιράν είχε υποβάλει πρόταση για επανέναρξη της λειτουργίας του θαλάσσιου περάσματος μέσα σε επτά ημέρες από την αποδοχή της με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν να διαβεβαιώνει ότι η πρόταση καταρτίστηκε σε απόλυτο συντονισμό με τον ανώτατο ηγέτη Μοτζταμπά Χαμενεΐ.
Ωστόσο ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε την πρόταση δηλώνοντας πως οι Ιρανοί επιδιώκουν τη συμφωνία επειδή οδεύουν προς την ήττα ενώ παράλληλα δημοσιοποίησε χάρτη όπου το στενό του Ορμούζ μετονομάζεται σε στενό Τραμπ.
Το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης μετά τις επιθέσεις του Φεβρουαρίου με το Ιράν να το έχει κλείσει de facto και την Ουάσιγκτον να επιβάλλει αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια σε αντίποινα.
Η ένταση συμπίπτει με τις επερχόμενες αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου όπου το αυξημένο κόστος των καυσίμων πιέζει την κυβέρνηση ενώ την ίδια στιγμή η Σαουδική Αραβία μέσω του ΟΗΕ προειδοποιεί για τους κινδύνους στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Στους όρους της Τεχεράνης περιλαμβάνονται πλέον ο τερματισμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα όπως ο Λίβανος και η Υεμένη καθώς και η άμεση αποδέσμευση των ιρανικών πόρων που έχουν παγώσει στο εξωτερικό με ταυτόχρονη άρση των εξοντωτικών οικονομικών κυρώσεων.
Σχόλιο Σύνταξης Η συνεχιζόμενη διπλωματική και στρατιωτική εμπλοκή γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επιβεβαιώνει πως η περιοχή παραμένει η απόλυτη γεωπολιτική πυριτιδαποθήκη του πλανήτη με άμεσες και βαρύτατες συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία. Η άκαμπτη στάση της Τεχεράνης η οποία διευρύνει τις απαιτήσεις της συνδέοντας την ελεύθερη ναυσιπλοΐα με τα μέτωπα του Λιβάνου και της Υεμένης σε συνδυασμό με την προεκλογική πολωτική ρητορική της Ουάσιγκτον συνθέτουν ένα εξαιρετικά επικίνδυνο σκηνικό παρατεταμένης αστάθειας. Ο έλεγχος των κρίσιμων θαλάσσιων ενεργειακών δρόμων εργαλειοποιείται πλέον εντελώς ανοιχτά σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παζάρι επικυριαρχίας. Το αδιέξοδο αυτό απειλεί ευθέως την παγκόσμια ενεργειακή επάρκεια και τροφοδοτεί τις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις καθιστώντας την επίλυση της κρίσης επιτακτική ανάγκη για τη σταθερότητα των διεθνών αγορών.





