Από τη Σαμψούντα στην Τουρκική Δημοκρατία
Η άγνωστη πτυχή της ανόδου του Κεμάλ και η γέννηση του τουρκικού εθνικού κινήματος
Ένα ιστορικό ένθετο για όσα συνέβησαν στον Πόντο το 1919
Για την ελληνική συλλογική μνήμη, η 19η Μαΐου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Για τη σύγχρονη Τουρκία, όμως, η ίδια ημερομηνία αποτελεί το σημείο εκκίνησης του εθνικού της αφηγήματος και της πορείας που οδήγησε στη δημιουργία της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Η άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919 δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική αποστολή. Ήταν η απαρχή ενός οργανωμένου πολιτικού και στρατιωτικού σχεδίου ανασυγκρότησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό νέα εθνική βάση. Παράλληλα όμως, για τον ελληνισμό του Πόντου, η ίδια αυτή διαδικασία σηματοδότησε την έναρξη της πιο βίαιης και καταστροφικής φάσης των διώξεων.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία σε αποσύνθεση
Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη με το πλοίο Bandırma Vapuru, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση διάλυσης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει με βαριά ήττα για την Υψηλή Πύλη, οι όροι της Ανακωχής του Μούδρου θεωρούνταν εξευτελιστικοί και μεγάλες περιοχές της Ανατολίας βρίσκονταν ήδη υπό έλεγχο των δυνάμεων της Αντάντ.
Ο ίδιος ο Ατατούρκ, στις πρώτες σελίδες του «Nutuk», περιγράφει με δραματικό τρόπο την κατάσταση της εποχής. Μιλά για διαλυμένο στρατό, φτωχοποιημένο λαό, πολιτική αποσύνθεση και μια ηγεσία στην Κωνσταντινούπολη που, κατά την άποψή του, αδυνατούσε να υπερασπιστεί την επιβίωση του κράτους.
Την ίδια στιγμή, βρετανικές, γαλλικές και ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις βρίσκονταν σε κομβικά σημεία της Αυτοκρατορίας. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν ξένα στρατεύματα, ενώ στη Σαμψούντα και τη Μερζιφούντα είχαν αναπτυχθεί βρετανικές μονάδες.
Η απόβαση στη Σμύρνη και ο φόβος διαμελισμού
Στις 15 Μαΐου 1919, τέσσερις ημέρες πριν από την άφιξη του Κεμάλ στη Σαμψούντα, ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη με την έγκριση των Συμμάχων. Για την τουρκική πλευρά, η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ως σημείο καμπής και ως απόδειξη ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία όδευε προς διαμελισμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Πόντος αποκτούσε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η περιοχή του Εύξεινου Πόντου δεν ήταν μόνο γεωγραφικός διάδρομος επικοινωνίας με τη Ρωσία, αλλά και χώρος όπου δρούσαν οργανωμένες ελληνικές κοινότητες, εκκλησιαστικοί θεσμοί, εκπαιδευτικά δίκτυα και πολιτικές οργανώσεις που προωθούσαν την αυτοδιάθεση των Ποντίων.
Η «απειλή του Πόντου» μέσα από την κεμαλική οπτική
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία των τουρκικών αφηγήσεων της εποχής είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μαύρης Θάλασσας.
Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο veryansintv.com, και βασίζεται στην τουρκική εθνική αφήγηση, γίνεται αναφορά σε ελληνικές και αρμενικές οργανώσεις, στις δραστηριότητες του Πατριαρχείου, στη «Mavri Mira» και κυρίως στην «Pontus Cemiyeti» — την Ποντιακή Εταιρεία που, σύμφωνα με την τουρκική προσέγγιση, επιδίωκε τη δημιουργία ανεξάρτητης ποντιακής οντότητας.
Στην πραγματικότητα, αυτό αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: ότι το ποντιακό ζήτημα δεν αντιμετωπιζόταν από το ανερχόμενο κεμαλικό κίνημα ως ένα απλό μειονοτικό θέμα, αλλά ως στρατηγική και γεωπολιτική απειλή για την επιβίωση του τουρκικού εθνικού κράτους που επιχειρούσε να συγκροτηθεί.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε αργότερα ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου.
Η αποστολή του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα
Επισήμως, η οθωμανική κυβέρνηση ανέθεσε στον Μουσταφά Κεμάλ την αποκατάσταση της τάξης στη Μαύρη Θάλασσα. Οι οδηγίες που έλαβε προέβλεπαν:
- αποκατάσταση της ασφάλειας,
- συγκέντρωση όπλων και πυρομαχικών,
- αποτροπή ένοπλων συγκεντρώσεων,
- διάλυση τοπικών οργανώσεων και σωμάτων.
Στην πράξη όμως, ο Κεμάλ αξιοποίησε αυτή την αποστολή για να οικοδομήσει το δικό του εθνικό κέντρο εξουσίας στην Ανατολία, μακριά από την αδύναμη κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης.
Η Σαμψούντα υπό βρετανική επιτήρηση
Ο Κεμάλ έφτασε στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919, αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσε ότι η περιοχή τελούσε υπό ισχυρή βρετανική παρακολούθηση. Οι Βρετανοί ανησυχούσαν για την κατάσταση στον Πόντο και χρησιμοποιούσαν αναφορές περί βίας κατά χριστιανικών πληθυσμών για να πιέσουν την οθωμανική διοίκηση.
Σύμφωνα με το ίδιο τουρκικό κείμενο, το βρετανικό προξενικό και στρατιωτικό δίκτυο παρακολουθούσε στενά την περιοχή και προειδοποιούσε ακόμη και για πιθανή κατοχή εάν η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Κεμάλ εγκατέλειψε σύντομα τη Σαμψούντα και μετακινήθηκε στη Χάβζα και αργότερα στην Αμάσεια, όπου μπορούσε να κινηθεί με μεγαλύτερη ελευθερία.
Οι πρώτες οργανωμένες κινήσεις του εθνικού αγώνα
Από τη Χάβζα και την Αμάσεια, ο Κεμάλ ξεκίνησε να οργανώνει τον πυρήνα του τουρκικού εθνικού κινήματος. Στις 28 Μαΐου 1919 απηύθυνε εγκύκλιο προς διοικητές και τοπικές αρχές, ζητώντας μαζικές συγκεντρώσεις και κινητοποιήσεις κατά των κατοχικών δυνάμεων και κυρίως κατά της ελληνικής παρουσίας στη Σμύρνη.
Η εγκύκλιος καλούσε τον πληθυσμό να διαδηλώσει, να στείλει τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας προς τις ξένες δυνάμεις και να οργανώσει εθνική αντίδραση απέναντι στις εξελίξεις.
Αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη μαζική πολιτική κινητοποίηση του τουρκικού εθνικού κινήματος.
Η ρήξη με την Κωνσταντινούπολη
Οι κινήσεις του Κεμάλ προκάλεσαν γρήγορα ανησυχία τόσο στις δυνάμεις της Αντάντ όσο και στην οθωμανική κυβέρνηση.
Η Κωνσταντινούπολη τον κάλεσε πίσω, αλλά εκείνος αρνήθηκε να επιστρέψει. Μετά τη δημοσίευση της Εγκυκλίου της Αμάσειας, απομακρύνθηκε από τα καθήκοντά του και τελικά, στις 8 Ιουλίου 1919, παραιτήθηκε από τον οθωμανικό στρατό.
Η περίφημη φράση του περί επιστροφής «στους κόλπους του έθνους» σηματοδοτούσε ουσιαστικά τη γέννηση ενός νέου πολιτικού κέντρου εξουσίας στην Ανατολία.
Η Εγκύκλιος της Αμάσειας: το ιδρυτικό κείμενο του κεμαλισμού
Η Εγκύκλιος της Αμάσειας, που εκδόθηκε στις 22 Ιουνίου 1919, θεωρείται από την τουρκική ιστοριογραφία το πρώτο επίσημο πολιτικό κείμενο του Εθνικού Αγώνα.
Σε αυτήν διατυπώνονταν βασικές αρχές όπως:
- ότι η ακεραιότητα της πατρίδας βρίσκεται σε κίνδυνο,
- ότι η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης αδυνατεί να προστατεύσει το κράτος,
- ότι «η σωτηρία του έθνους θα επιτευχθεί με την αποφασιστικότητα και τη βούληση του ίδιου του έθνους».
Η φράση αυτή θεωρείται μέχρι σήμερα θεμέλιο της κεμαλικής πολιτικής ιδεολογίας.
Τα συνέδρια που οικοδόμησαν το νέο τουρκικό κράτος
Ακολούθησαν το Συνέδριο του Ερζερούμ και το Συνέδριο της Σεβάστειας, στα οποία συγκροτήθηκε σταδιακά η πολιτική και στρατιωτική δομή του τουρκικού εθνικού κινήματος.
Οι αποφάσεις αυτών των συνεδρίων περιλάμβαναν:
- την απόρριψη ξένης εντολής ή προστασίας,
- τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας,
- την οργάνωση ενιαίας εθνικής αντίστασης,
- τη δημιουργία αντιπροσωπευτικού πολιτικού οργάνου υπό τον Κεμάλ.
Στην ουσία, εκεί διαμορφώθηκε ο πυρήνας του μελλοντικού τουρκικού κράτους.
Η άλλη όψη της ιστορίας για τον Πόντο
Για την ελληνική πλευρά, ωστόσο, αυτή η διαδικασία είχε μια εντελώς διαφορετική ανάγνωση.
Η άνοδος του κεμαλικού κινήματος συνέπεσε χρονικά με τη συστηματοποίηση των διώξεων κατά των Ελλήνων του Πόντου. Η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας θεωρήθηκε «ζώνη ασφαλείας» για το νέο τουρκικό εθνικό κέντρο και οι ελληνικοί πληθυσμοί αντιμετωπίστηκαν ως εσωτερικός κίνδυνος.
Η έννοια της «εθνικής επιβίωσης» που διαπερνούσε τον κεμαλικό λόγο συνδέθηκε άμεσα με την εκκαθάριση πληθυσμών, τις εκτοπίσεις και τη βίαιη αναδιάρθρωση της Ανατολίας.
Αυτό ακριβώς αποτελεί και τη μεγάλη ιστορική αντίφαση της 19ης Μαΐου:
για την Τουρκία είναι η ημέρα έναρξης της εθνικής αναγέννησης· για τον Ποντιακό Ελληνισμό, η ημέρα που συμβολίζει την απαρχή της τελικής φάσης της καταστροφής.
Από τη Σαμψούντα στην Τουρκική Δημοκρατία
Το κίνημα που ξεκίνησε στη Σαμψούντα εξαπλώθηκε γρήγορα στην Αμάσεια, το Ερζερούμ και τη Σεβάστεια, μετατρεπόμενο σε παντουρκικό εθνικό αγώνα.
Μετά τη νίκη των κεμαλικών δυνάμεων και την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου το 1922, ιδρύθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1923 η Τουρκική Δημοκρατία, με τον Μουσταφά Κεμάλ ως ηγέτη της νέας εποχής.
Έναν αιώνα αργότερα, η 19η Μαΐου παραμένει μια ημερομηνία με δύο διαφορετικές ιστορικές μνήμες:
η μία μιλά για εθνική απελευθέρωση και κρατική αναγέννηση, η άλλη για ξεριζωμό, διωγμό και γενοκτονία.










