Το έργο του ιστορικού Έρβαντ Αμπραχαμιάν για το Ιράν

Έρβαντ Αμπραχαμιάν: Μια ανατομία της ιρανικής κοινωνίας πέρα από τα στερεότυπα

Σε μια εποχή που η δημόσια συζήτηση για το Ιράν εγκλωβίζεται συχνά ανάμεσα σε γεωπολιτικές κοινοτοπίες και οριενταλιστικές προκαταλήψεις, η πρόσφατη βιβλιοπαρουσίαση του έργου του Ervand Abrahamian, «Η Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν», προσέφερε μια απαραίτητη ερμηνευτική πυξίδα. Η εκδήλωση, που διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Σάλτο-σειρά Κάλλιστος την Τετάρτη 12/3 στο βιβλιοπωλείο «Σάλτο», έφερε στο επίκεντρο τη διεισδυτική ματιά ενός ιστορικού που αρνείται να δει το Ιράν ως «εξωτική εξαίρεση».

Μέσα από τις εισηγήσεις του Γιάννη Μυλωνέλη (υποψήφιου διδάκτορα Θρησκειολογίας με εξειδίκευση στο Ισλάμ) και του Δημήτρη Σταματόπουλου (καθηγητή Ιστορίας στο ΠΑΜΑΚ), αναδείχθηκε η πορεία ενός έργου που ανασυνθέτει τη σύγχρονη ιστορία της χώρας «από τα κάτω». Υπό τον συντονισμό του δημοσιογράφου Απόστολου Λυκεσά, η συζήτηση φώτισε τον τρόπο με τον οποίο η συγκρότηση του κράτους, οι ταξικοί μετασχηματισμοί και η πολιτική οικονομία του πετρελαίου διαπλέκονται με τη θρησκεία και τις ξένες επεμβάσεις. Πρόκειται για μια ερευνητική σπουδή που «απομαγεύει» το ιρανικό παράδοξο, προσφέροντας στον Έλληνα αναγνώστη τα εργαλεία για να κατανοήσει τη μετάβαση από το παρελθόν των Σάχηδων στη σύνθετη πραγματικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ακολουθεί το κείμενο της παρουσίασης του ιστορικού-ερευνητή Ιωάννη Μυλωνέλη

Το έργο του ιστορικού Έρβαντ Αμπραχαμιάν για το Ιράν

Γράφει ο Μυλωνέλης Ιωάννης

Ο Έρβαντ Αμπραχαμιάν (Ervand Abrahamian) ανήκει στους σημαντικότερους ιστορικούς του σύγχρονου Ιράν, και ευρύτερα, της νεότερης «Μέσης Ανατολής». Η ιδιαιτερότητα του έργου του συνίσταται στο ότι δεν αποτελεί απλώς μια σειρά βιβλίων και έργων για διαφορετικά επεισόδια της ιρανικής ιστορίας, αλλά για μια ενιαία ερευνητική σπουδή, με αξιοσημείωτη ιστορική ανάλυση και εσωτερική συνοχή. Από τις πρώτες του μελέτες για τις επαναστάσεις και τα πολιτικά κινήματα του Ιράν, έως τις ύστερες παρεμβάσεις του, για το πετρέλαιο, το πραξικόπημα του 1953, τις φυλακίσεις, τη σημασία της δημόσιας ομολογίας, την επανάσταση του 1979 και, φυσικά, την Ισλαμική Δημοκρατία, ο Αμπραχαμιάν επιστρέφει σταθερά στα ίδια μεγάλα ερωτήματα όπως, το πώς συγκροτείται το κράτος στο Ιράν, πώς μετασχηματίζονται οι κοινωνικές τάξεις, πώς αποκτά πολιτική δύναμη η θρησκεία, και κυρίως, πώς η ξένη επέμβαση διαπλέκεται με τις εσωτερικές κοινωνικές συγκρούσεις.

Μεθοδολογία και Κοινωνική Ιστορία

Μεθοδολογικά, ο Αμπραχαμιάν είναι ένας ιστορικός της κοινωνίας και του κράτους πολύ περισσότερο απ’ όσο είναι ένας απλός αφηγητής πολιτικών γεγονότων. Στο «A History of Modern Iran» (Η σύγχρονη ιστορία του Ιράν) δηλώνει ρητά ότι τον ενδιαφέρει η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη διαμόρφωση του κράτους και στις κοινωνικές πιέσεις που έρχονται «από τα κάτω», από την ίδια την κοινωνία και τους πολίτες, ενώ παρουσιάζει το βιβλίο του ως μια ιστορία ολόκληρης της κοινωνίας και όχι μόνο τμημάτων αυτής και των ελίτ. Στα αναστοχαστικά σχόλια του, για τη δική του ιστοριογραφική παράδοση, συνδέει τη μέθοδό του με την κοινωνική ιστορία, με παράδειγμα τον Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον, δηλαδή μια ιστορία που λαμβάνει υπόψη την εμπειρία των λαϊκών στρωμάτων, τις μορφές διαμαρτυρίας, την ταξική συγκρότηση και τις πολιτικές γλώσσες των υποτελών. Αυτός ο συνδυασμός κοινωνικής ιστορίας, πολιτικής οικονομίας και ερμηνείας του κράτους, είναι ίσως τα δομικά στοιχεία τα οποία και χαρακτηρίζουν όλο του το έργο σε αρκετά μεγάλο βαθμό.

Από τη Συνταγματική στην Ισλαμική Επανάσταση

Η πρώτη μεγάλη φάση της εργογραφίας του διαμορφώνεται με το «Iran Between Two Revolutions», έργο του 1982, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί και το θεμέλιο του ώριμου έργου του. Είναι σαφές ότι στο βιβλίο τίθεται για πρώτη φορά η μακρά κοινωνική ιστορία του νεότερου Ιράν, χρονικά από τη Συνταγματική Επανάσταση έως την Ισλαμική Επανάσταση. Το ερμηνευτικό κλειδί που θα ωριμάσει αργότερα στο «A History of Modern Iran» είναι ήδη παρόν, πως το Ιράν δεν πρέπει να κατανοείται ούτε ως «εξωτική» κοινωνία, ούτε ως ένα απλό θύμα αυταρχικών ηγετών, αλλά ως ο κοινωνικός σχηματισμός, στον οποίο η αδύναμη κρατική συγκρότηση, η άνιση ανάπτυξη, η δυτική διείσδυση και οι ταξικές μεταβολές παράγουν επαναλαμβανόμενες κρίσεις πολιτικής εκπροσώπησης. Στην ώριμη σύνθεσή του, ο Αμπραχαμιάν εξηγεί αυτή τη δυναμική δείχνοντας πώς η δυτική διείσδυση γέννησε τόσο την παραδοσιακή μεσαία τάξη του παζαριού και του κλήρου, όσο και τη νέα μορφωμένη μεσαία τάξη των διανοουμένων, των επαγγελματιών και των κρατικών υπαλλήλων.

Το δεύτερο σημαντικό έργο του Αμπραχαμιάν είναι το «Radical Islam: The Iranian Mojahedin» του 1989. Το έργο αυτό είναι καθοριστικό επειδή ο Αμπραχαμιάν στρέφεται από τη μακρά κοινωνική ιστορία σε ένα συγκεκριμένο επαναστατικό κίνημα, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η ισλαμική γλώσσα μπορεί να συνδυαστεί με ριζοσπαστικά και κοινωνικά επαναστατικά στοιχεία. Στην πολύ πρόσφατη συνέντευξή του, μια μέρα πριν το ξέσπασμα του πολέμου, με τίτλο «Iran Under Fire», υπενθυμίζει ότι οι Μουτζαχεντίν υπήρξαν ένα πραγματικό κοινωνικό κίνημα.

Ο Πόλεμος στο Ιράν και η Παγίδα της Απλουστευτικής Εικόνας

Ο Χομεϊνισμός ως Λαϊκιστικό Κίνημα

Με το «Khomeinism» του 1993, ο Αμπραχαμιάν φτάνει σε μία από τις πιο γνωστές και επιδραστικές του συμβολές, όπου εκεί αμφισβητεί ανοιχτά τη δυτική τάση να αντιμετωπίζεται ο «Χομεϊνισμός» ως ένας απλός θρησκευτικός «φονταμενταλισμός». Η δική του ερμηνεία είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς ο «Χομεϊνισμός» παρουσιάζεται ως μια μορφή λαϊκισμού και ως ένα πολιτικό κίνημα που μιλά στο όνομα των καταπιεσμένων, καταγγέλλει τον ιμπεριαλισμό και τις παλιές ελίτ, αλλά ταυτόχρονα παραμένει οργανικά συνδεδεμένο με την μεσαία τάξη και το παζάρι. Στο ίδιο έργο, ο Αμπραχαμιάν δείχνει πώς η Ισλαμική Δημοκρατία κατασκευάζει την αφήγηση της επίσημης ιστορίας μέσα από εγχειρίδια, εφημερίδες, σχολικά βιβλία, τηλεοπτικές «μετάνοιες» και άλλα μέσα κατασκευής και διαμόρφωσης της μνήμης, ώστε να εμφανιστεί ο κλήρος ως ιστορικός υπερασπιστής των αδυνάτων και του έθνους. Έτσι, η ιδεολογία δεν αναλύεται θεολογικά αλλά ιστορικά και κοινωνικά, ως γλώσσα κινητοποίησης και ηγεμονίας. Αυτή η ανάλυση του Χομεϊνισμού ως λαϊκισμού συνδέεται άμεσα με μια άλλη βασική διάσταση του έργου του Αμπραχαμιάν, δηλαδή για τη θεωρία του για τις δύο μεσαίες τάξεις στο Ιράν. Αργότερα, στο έργο του «A History of Modern Iran», όπως θα δούμε παρακάτω, επανέρχεται στην ιδέα ότι η νεότερη ιρανική κοινωνία δομείται γύρω από την παραδοσιακή μεσαία τάξη του παζαριού και του κλήρου και τη νέα μορφωμένη μεσαία τάξη η οποία φέρει στοιχεία από το λεξιλόγιο του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας.

Κρατική Βία και Δημόσιες Ομολογίες

Το έργο του «Tortured Confessions» του 1999 ανοίγει μια άλλη, εξίσου καθοριστική διάσταση του έργου του, την ιστορία της κρατικής βίας, της φυλακής και της ιδεολογικής πειθάρχησης στο Ιράν από την Ισλαμική Δημοκρατία. Εδώ, ο Αμπραχαμιάν δεν μελετά απλώς τα βασανιστήρια και τις φυλακίσεις, αλλά αναλύει τις δημόσιες ομολογίες ως τελετουργίες κρατικής εξουσίας. Δείχνει ότι οι ομολογίες δεν έχουν μόνο ανακριτική λειτουργία· σκοπός τους είναι να αποδείξουν δημοσίως τη νομιμότητα του καθεστώτος, να ταπεινώσουν τον πολιτικό αντίπαλο και να παρουσιάσουν την ήττα του ως ηθική και ιδεολογική κατάρρευση. Ωστόσο, ο Αμπραχαμιάν δείχνει και τα όρια αυτής της τεχνολογίας της εξουσίας, όπου με τον χρόνο, οι δημόσιες μετάνοιες έπαψαν να διαβάζονται ως αποδείξεις αλήθειας και άρχισαν να εκλαμβάνονται ως αποδείξεις βασανισμού, τρομοκρατίας και θεσμικής αγριότητας. Με αυτό το βιβλίο, ο Αμπραχαμιάν γίνεται όχι μόνο ιστορικός του Ιράν αλλά και ιστορικός των σύγχρονων μορφών κρατικού καταναγκασμού.

Στα μεταγενέστερα χρόνια, ο Αμπραχαμιάν επιστρέφει στην επαναστατική εμπειρία από ακόμη πιο καθαρά «από τα κάτω» σκοπιά. Στο πολύ σημαντικό του άρθρο, «The Crowd in the Iranian Revolution» του 2009 απορρίπτει ανοιχτά την οριενταλιστική εικόνα του ιρανικού ή μεσανατολικού πλήθους, ως άλογου, βίαιου και χειραγωγήσιμου όχλου. Αντλώντας από τον ιστορικό George Rudé και την ιστορία των λαϊκών κινητοποιήσεων, υποστηρίζει ότι το πλήθος της ιρανικής επανάστασης ήταν σε μεγάλο βαθμό ορθολογικό, πειθαρχημένο και ειρηνικό, ενώ η κοινωνική του ραχοκοκαλιά ήταν κυρίως νεαροί άνδρες των πόλεων από εργατικές και κατώτερες τάξεις. Το άρθρο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία μέσα στο συνολικό του έργο, διότι συμπυκνώνει τη βασική του ιστοριογραφική θέση ότι η ιστορία του Ιράν πρέπει να γραφτεί από τη σκοπιά των κοινωνικών δυνάμεων και όχι των στερεοτύπων για μια «ανορθολογική Ανατολή».

Η Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν: Το νέο βιβλίο του Ervand Abrahamian

Πετρέλαιο, Εθνικισμός και Ιμπεριαλισμός

Από το 2013 και έπειτα, ο Αμπραχαμιάν μεταφέρει ακόμη πιο καθαρά το βάρος της ανάλυσής του στη σχέση εθνικισμού, πετρελαίου και ιμπεριαλισμού. Στο «The Coup», υποστηρίζει ότι το πραξικόπημα του 1953 δεν πρέπει να ερμηνεύεται πρωτίστως ως ψυχροπολεμικό επεισόδιο αντικομμουνισμού, αλλά ως σύγκρουση γύρω από τον κυριαρχικό έλεγχο του πετρελαίου. Ο Μοσαντέκ παρουσιάζεται όχι ως τοπικός παράγοντας, αλλά ως μια μορφή του αντι-αποικιακού εθνικισμού του Τρίτου Κόσμου. Το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Αμπραχαμιάν δεν αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια ρητορική κατηγορία, αλλά ως υλική δομή συμφερόντων. Για τις δυτικές δυνάμεις, η «εθνικοποίηση» μπορούσε να γίνει αποδεκτή μόνο αν δεν σήμαινε πραγματική απώλεια ελέγχου. Αυτή η μετατόπιση από τον Ψυχρό Πόλεμο στην πολιτική οικονομία του πετρελαίου είναι μία από τις πιο επιδραστικές όψεις του ύστερου έργου του.

Στο βιβλίο του «Oil Crisis in Iran» του 2021 αναλύει εκτενέστερα την παραπάνω δομή και καταδεικνύει με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια ότι η κρίση του 1951–53 ήταν αγώνας για το ποιος θα ελέγξει ουσιαστικά την εθνικοποίηση του πετρελαίου. Ο Αμπραχαμιάν αμφισβητεί εδώ ακόμη και τον συνηθισμένο διαχωρισμό ανάμεσα σε μια αρχικά «μετριοπαθή» αμερικανική πολιτική και σε μια μεταγενέστερη στροφή προς το πραξικόπημα. Κατά την ανάλυσή του, οι διαφορές ήταν περισσότερο τακτικές παρά στρατηγικές, ενώ το πραγματικό εμπόδιο ήταν η αδυναμία των δυτικών δυνάμεων να δεχτούν πλήρη ιρανική κυριαρχία στους φυσικούς πόρους. Έτσι, ο ύστερος Αμπραχαμιάν ολοκληρώνει ένα από τα βασικά μοτίβα ολόκληρης της διαδρομής του, ότι η εσωτερική πολιτική ιστορία του Ιράν δεν μπορεί να προσεγγιστεί και να διαβαστεί χωρίς το πρίσμα της διεθνούς πολιτικής οικονομίας της αυτοκρατορικής ισχύος.

Η Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν: Μια Ερμηνευτική Σύνθεση

Το έργο του «Α History of Modern Iran», το οποίο μεταφράστηκε με τον τίτλο «Η σύγχρονη ιστορία του Ιράν» από τη σειρά εκδόσεων «Σειρά Κάλλιστος», δεν αποτελεί ένα ουδέτερο εγχειρίδιο γενικής ιστορίας, αλλά μια ισχυρά δομημένη ερμηνευτική σύνθεση, προσβάσιμη πλέον στην ελληνική γλώσσα. Ο Αμπραχαμιάν δηλώνει ότι θέλει να εξηγήσει, γιατί το Ιράν βρέθηκε τόσο συχνά στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, γιατί γνώρισε δύο μεγάλες επαναστάσεις μέσα σε έναν αιώνα και, κυρίως, γιατί κατέληξε σε Ισλαμική Δημοκρατία. Στην εισαγωγή, προσδιορίζει το έργο του ως μια ιστορία των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στη συγκρότηση του κράτους και στις κοινωνικές πιέσεις από τα κάτω, ενώ ταυτόχρονα το ορίζει ως «ιστορία ολόκληρης της κοινωνίας» και όχι απλώς ως μια πολιτική ή διπλωματική ιστορία. Το παραπάνω κατέχει μεγάλη σημασία, διότι καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο δύναται να διαβαστούν όλα τα επόμενα κεφάλαια.

Η διάταξη των κεφαλαίων είναι από μόνη της δηλωτική του επιχειρήματος του βιβλίου. Ο Αμπραχαμιάν ξεκινά από το Κατζαρικό κράτος, περνά στη μεταρρύθμιση, τη συνταγματική επανάσταση, στη συνέχεια αναλύει το αυταρχικό και συγκεντρωτικό κράτος του Ρεζά Σάχ, έπειτα το μεσοδιάστημα του Μοσαντέκ, κατόπιν τη Λευκή Επανάσταση και την κρίση του παχλαβικού κράτους, και καταλήγει στην Ισλαμική Δημοκρατία. Δηλαδή, η ιστορία παρουσιάζεται ως αλληλουχία προσπαθειών κρατικής συγκρότησης, κοινωνικών ανακατατάξεων και ιδεολογικών ανασυνθέσεων. Κάθε κεφάλαιο είναι μέρος ενός ενιαίου επιχειρήματος για τη μετάβαση από το πατριμονιακό κράτος στη σύγχρονη κρατική συγκρότηση και από τις τοπικές κοινότητες στην κοινωνία της μαζικής πολιτικής. Το πρώτο κεφάλαιο του έργου είναι θεμελιώδες καθώς καταρρίπτει από την αρχή ένα κλασικό στερεότυπο, ότι το Ιράν του 19ου αιώνα ήταν μια καθαρή περίπτωση πλήρους «ανατολικής δεσποτείας». Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου σχετικά με την κατανόηση της γέννησης της ιρανικής πολιτικής νεωτερικότητας, ο συγγραφέας ξεκινά με μια σχεδόν δραματική διατύπωση, ότι η Συνταγματική Επανάσταση άρχισε με πολύ μεγάλες ελπίδες αλλά κατέληξε σε βαθιά απογοήτευση. Το τρίτο κεφάλαιο δείχνει πώς, μετά την αποτυχία του συνταγματικού πειράματος να συγκροτήθει σταθερή κρατική μορφή, η ιστορία του Ιράν περνά στη φάση της αυταρχικής κρατικής οικοδόμησης. Το τέταρτο κεφάλαιο αποτελεί την πιο καθαρή διατύπωση του ιρανικού εθνικισμού ως ένα δημοκρατικό και αντιιμπεριαλιστικό ρεύμα. Ο Αμπραχαμιάν παρουσιάζει τον Μοσαντέκ ως έναν ηγέτη που υπερασπιζόταν όχι μόνο την εθνική ανεξαρτησία του Ιράν από τη βρετανική και ευρύτερα την ξένη κυριαρχία, αλλά και τον περιορισμό της μοναρχικής αυθαιρεσίας μέσω του κοινοβουλευτικού πλαισίου. Η ανάλυση αυτή είναι σημαντική γιατί αποκαθιστά ιστορικά τον Μοσαντέκ όχι απλώς ως έναν εθνικό ήρωα, αλλά ως μια μορφή που ενσάρκωσε μια πιθανή εναλλακτική για το Ιράν. Στο πέμπτο κεφάλαιο ο Αμπραχαμιάν περιγράφει τον Μοχάμαντ Ρεζά Σάχ ως συνεχιστή του πατέρα του, αλλά σε ευρύτερη κλίμακα. Μετά το 1953, το κράτος επεκτείνει τον στρατό, την γραφειοκρατία καθώς και την αυλική πατρωνία, ενώ το πετρέλαιο προσφέρει τα υλικά μέσα για αυτήν τη μαζική κρατική οικοδόμηση. Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι αυτή η ισχύς ήταν σε μεγάλο βαθμό απατηλή και πλασματική, καθώς το καθεστώς δεν οικοδόμησε πραγματικούς και βιώσιμους δεσμούς νομιμοποίησης με την ίδια την κοινωνία. Το έκτο κεφάλαιο είναι το εκτενέστερο και το πιο σύνθετο, καθώς δεν αναλύει μόνο την Ισλαμική επανάσταση αλλά και το πολιτειακό καθεστώς που προέκυψε από αυτήν. Ο Αμπραχαμιάν απορρίπτει τις μεταγενέστερες «αυτοψίες» και θεωρίες σχετικά με τα αίτια της πτώσης του Σάχη και υποστηρίζει ότι η επανάσταση δεν ξέσπασε λόγω των τελευταίων λαθών της μοναρχίας ή της αμερικανικής πολιτικής, αλλά εξαιτίας βαθιών και μακροχρόνιων πιέσεων οι οποίες είχαν συσσωρευτεί στα σπλάχνα της ιρανικής κοινωνίας. Ο συγγραφέας δείχνει ότι το νέο πολιτειακό καθεστώς δεν στηρίχθηκε μόνο στον κλήρο ή στους καταπιεσμένους, αλλά συγκρότησε έναν τεράστιο οικονομικό και θεσμικό κόσμο γύρω από τα θρησκευτικά ιδρύματα, τα bonyads, τα ιερά και τη στενή σχέση με το παζάρι. Τα παραπάνω θρησκευτικά ιδρύματα λειτουργούν ως και σήμερα ως «κράτος εν κράτει», ενώ η κοινωνική σύνθεση του πρώτου ισλαμικού κοινοβουλίου δείχνει την ισχυρή παρουσία της μεσαίας τάξης η οποία κατείχε ιδιοκτησία. Σ’ αυτό το σημείο ο Αμπραχαμιάν φτάνει στο τελικό συμπέρασμα του βιβλίου, στο οποίο υποστηρίζει ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι ένα απλό «θεοκρατικό σύστημα» ή ένα «θεοκρατικό ατύχημα», αλλά μια νέα κοινωνικά ριζωμένη σύνθετη κρατική μορφή που συνδυάζει κληρικαλική θρησκευτική εξουσία του σιιτικού Ισλάμ, πετρελαϊκό κρατισμό και συμμαχία με μεσαία στρώματα τα οποία κατέχουν ιδιοκτησία.

Η Θρησκεία ως Πεδίο Ανασημασιοδότησης

Ειδικότερα, η θέση του Αμπραχαμιάν σχετικά με τη θρησκεία και συγκεκριμένα για τον σιιτικό Ισλάμ στο Ιράν έχει διπλή σημασία. Από τη μία, μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί η θρησκεία υπήρξε τόσο ισχυρή πολιτική δύναμη στο νεότερο Ιράν, και από την άλλη, μας παρουσιάζει ότι αυτή η δύναμη δεν προκύπτει από κάποιο αχρονικό «ισλαμικό χαρακτήρα» της χώρας, αλλά από πολύ συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες όπως, τη συγκρότηση των μεσαίων τάξεων, τη σχέση παζαριού και κλήρου, την κρίση του παχλαβικού κράτους, τη μνήμη της ξένης επέμβασης και τη λαϊκιστική μετατροπή του σιιτισμού σε επαναστατική γλώσσα. Με αυτή την έννοια, ο Αμπραχαμιάν μας δίνει τον τρόπο με τον οποίο η θρησκεία γίνεται πολιτική, και αποκτά κοινωνική και κρατική μορφή στη νεότερη ιστορία. Μία από τις κεντρικές του θέσεις σχετικά είναι πως ο σιιτισμός στο Ιράν δεν υπήρξε σταθερό και αμετάβλητο σώμα πεποιθήσεων και πρακτικών. Στο βιβλίο του εξηγεί ότι ο παλαιότερος σιιτισμός ήταν σε μεγάλο βαθμό συντηρητικός, ήσυχος πολιτικά και προσανατολισμένος περισσότερο στην ηθική, στη σωτηρία και στη μεταθανάτια ζωή παρά στην πολιτική ανατροπή. Η τελετουργία του Μουχαράμ και η μνήμη της Καρμπαλά λειτουργούσαν επί μακρόν ως μορφές θρησκευτικής ταύτισης, πένθους και κοινότητας. Όμως, μέχρι το 1979, αυτό το σχήμα είχε αλλάξει ριζικά καθώς ο σιιτισμός είχε μετατραπεί σε έντονα πολιτικοποιημένη έκφραση, στην οποία η θυσία του Ιμάμη Χουσεΐν ερμηνευόταν πλέον ως κάλεσμα για κοινωνική δικαιοσύνη, αντίσταση και επανάσταση. Αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μάθημα που μας δίνει ο Αμπραχαμιάν, πως η θρησκεία δεν είναι στατική, αλλά ένα πεδίο διαρκούς ανασημασιοδότησης.

Συνολική Αποτίμηση και Ιστοριογραφικές Τομές

Αν επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση του έργου του, μπορούμε να πούμε ότι το έργο του Αμπραχαμιάν, στηρίζεται σε τέσσερις μεγάλες ιστοριογραφικές τομές. Πρώτον, αποεξωτικοποιεί το Ιράν και το επανεντάσσει στην καθολική ιστορία των τάξεων, των επαναστάσεων και των κρατών. Δεύτερον, μεταχειρίζεται τη θρησκεία ως ιστορικό και πολιτικό φαινόμενο, και όχι ως μια αμετάβλητη πολιτισμική έννοια. Τρίτον, δείχνει ότι η εσωτερική πολιτική ιστορία του Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τον ιμπεριαλισμό, το πετρέλαιο και τις ξένες παρεμβάσεις. Και τέταρτον, αντιμετωπίζει τη βία, τη φυλακή, την ομολογία και τη συγκρότηση της δημόσιας μνήμης ως συστατικά στοιχεία της νεότερης κρατικής εξουσίας. Αυτή η τετραπλή συμβολή εξηγεί γιατί ο Αμπραχαμιάν παραμένει τόσο κεντρικός όχι μόνο στις ιρανικές σπουδές, αλλά και στην κοινωνική ιστορία της Μέσης Ανατολής. Από το έργο του “Iran Between Two Revolutions” έως το πρόσφατο άρθρο του με τίτλο “Iran Under Fire”, ο Αμπραχαμιάν δεν εγκαταλείπει ποτέ την κεντρική του ιδέα, ότι το Ιράν δεν πρέπει να διαβάζεται ούτε μέσα από οριενταλιστικούς μύθους, ούτε μέσα από απλές γεωπολιτικές συντομογραφίες, αλλά ως μια σύνθετη και πολύπλοκης κοινωνίας που συγκροτείται μέσα σε διαρκή ένταση ανάμεσα στη λαϊκή πολιτική, την κρατική εξουσία και τον εξωτερικό καταναγκασμό και επιβολή. Αυτό ακριβώς είναι που δίνει στο έργο του διαχρονική του σημασία.

Το Γνωσιολογικό Έλλειμμα στο Ελληνικό Πεδίο

Αν κάτι έχω συνέχεια στο μυαλό μου τα τελευταία χρόνια, από το 2018 συγκεκριμένα, οπότε και ενέταξα συστηματικά στο ερευνητικό μου πρόγραμμα ζητήματα και θεματικές προς μελέτη, τα οποία αφορούν το Ιράν, είναι πως διαπιστώνω με συνέπεια ένα ιδιαιτέρως έντονο γνωσιολογικό έλλειμα στο ελληνικό ακαδημαϊκό πεδίο ως προς την ιστορία και τον πολιτισμό του σύγχρονου ιρανικού χώρου. Το έλλειμα αυτό καθίσταται δραματικότερο όταν απομακρυνθούμε από έναν μικρό και εξειδικευμένο κύκλο ερευνητών (Ζιάκα 2004, 2016, 2022∙ Μακρής, 2014∙ Ρούσσος, 2022∙ Βενέτης, 2011) και στραφούμε σε γεωπολιτικούς αναλυτές και κάθε λογής δημοσιολόγους. Εκτός του στενού κύκλου των μελετητών της «Μέσης Ανατολής», στον δημόσιο λόγο και κυρίως στη δημοσιογραφική παραγωγή και διαμεσολάβηση, οι οποίες κατασκευάζουν σε μεγάλο βαθμό συνειδήσεις και την κυρίαρχη άποψη, οι πληροφορίες καθώς και οι γνώσεις περί Ιράν είναι όχι μόνο πενιχρές, αλλά και συχνά επιβαρυμένες από ανακριβείς και εσφαλμένες αποτυπώσεις. Εύλογα τίθεται το ερώτημα περί των αιτιών αυτής της διαρκούς αποξένωσης.

Ο ελλιπής ορίζοντας πληροφόρησης και γνώσεων ανατροφοδοτείται από έναν διττό στερεοτυπικό λόγο, ο οποίος εκτείνεται μεταξύ δυο πόλων. Τα δυτικά καθεστώτα λόγου, τα οποία και κυριαρχούν, μπορούν να χαρακτηριστούν ως λόγοι που βρίθουν από οριενταλιστικά και ισλαμοφοβικά στοιχεία. Αφ’ ενός ένα τμήμα της δυτικής γραμματείας, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά και την 7η του Οκτώβρη του 2023, προάγει οριενταλιστικές και ισλαμοφοβικές αναγνώσεις, προσδένοντας το Ιράν σε σχήματα «πολιτισμικής σύγκρουσης» και εξωτικοποιημένης απειλής μέσα από έναν λογοθετικό μηχανισμό ο οποίος παράγει και προάγει επαναληπτικά σχήματα και εικόνες, όπως το Ιράν ως μια διαρκή πυρηνική απειλή για τον κόσμο, ως μια θεοκρατική ιδιαιτερότητα και ως την «ακατανόητη και κλειστή Ανατολή» την οποία εξουσιάζουν “πολεμοχαρείς τρελοί μουλάδες”.