Εκδήλωση για τη συμπλήρωση 87 ετών από τον θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας, θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου στο τουρκικό προξενείο Κομοτηνής.Η τελετή θα ξεκινήσει στις 09:00 το πρωί, με τη συμμετοχή πολιτών και μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης.Η εκδήλωση εντάσσεται στις καθιερωμένες ετήσιες τιμητικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται την ίδια ημέρα σε όλο τον κόσμο, στη μνήμη του Ατατούρκ, ο οποίος απεβίωσε στις 10 Νοεμβρίου 1938.
Η μορφή του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (1881–1938) εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις. Ενώ στην Τουρκία τιμάται ως ο ιδρυτής του σύγχρονου κράτους, διεθνώς οι βιογραφίες και οι μαρτυρίες ποικίλλουν — άλλοτε αποδίδοντάς του το προφίλ του εκσυγχρονιστή, άλλοτε εκείνο του αυστηρού εθνικιστή. Στο επίκεντρο αυτής της ιστορικής διαμάχης βρίσκεται η Μακεδονία: η Θεσσαλονίκη, ο Λαγκαδάς και τα χρόνια της διαμόρφωσής του.
Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης
1. Η Αμφισβητούμενη Γενέτειρα
Η επίσημη βιογραφία τοποθετεί τη γέννηση του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, στο σημερινό κτίριο του τουρκικού προξενείου, όπου στεγάζεται και το «Σπίτι-Μουσείο Ατατούρκ». Ωστόσο, εναλλακτικές αφηγήσεις, που έχουν καταγραφεί τόσο σε τοπικές μαρτυρίες όσο και σε ερευνητικά ρεπορτάζ του τουρκικού Τύπου (με τίτλους όπως «Ο Ατατούρκ Γεννήθηκε σε Αυτό το Χωριό!»), υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στο χωριό Χρυσαυγή (παλαιό Σαρίγκερ) του Λαγκαδά.
Σύμφωνα με αυτές τις πηγές, ο μικρός Μουσταφά φέρεται να πέρασε εκεί τα πρώτα του χρόνια σε ένα φτωχικό, πέτρινο αγροτόσπιτο, βόσκοντας ζώα, προτού επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη με τη μητέρα του, Ζουμπεϊντέ Χανούμ.
Κριτικοί αυτής της επίσημης αφήγησης επισημαίνουν ότι το κτίριο του προξενείου ήταν ιδιοκτησία ενός Αρβανίτη και δεν είχε άμεση σχέση με την οικογένεια Κεμάλ. Υποστηρίζουν ότι το σημερινό μουσείο αποτελεί μέρος ενός οργανωμένου προγράμματος συμβολικής κληρονομιάς, το οποίο ενισχύθηκε με τη μεταφορά αυθεντικών επίπλων και ρούχων από τα ανάκτορα Ντολμάμπαχτσε και Τοπ Καπί, ώστε να του προσδώσει κύρος.
Αυτή η στρατηγική «κατασκευής κληρονομιάς» φαίνεται να αναπαράγεται και στη Βόρεια Μακεδονία. Εκεί, το τουρκικό ίδρυμα TİKA χρηματοδότησε την ανέγερση ενός «δεύτερου σπιτιού», του Μνημείου του Ali Rıza Efendi, πατέρα του Κεμάλ, στο χωριό Kodžadžik.
Αυτό δημιουργεί ένα «εθνικιστικό μονοπάτι» (Θεσσαλονίκη – Βόρεια Μακεδονία) που παρακάμπτει πλήρως την αφήγηση του Λαγκαδά.
2. Ο Μαθητής, ο Αξιωματικός και η Ιδιωτική Ζωή
Πέρα από τον τόπο γέννησης, η ίδια η διαδρομή του αμφισβητείται. Ενώ η επίσημη ιστορία τον θέλει πρωταγωνιστή από νωρίς, ερευνητές αναφέρουν ότι τα «ίχνη του στα Βαλκάνια ήταν μηδαμινά» και η ένταξή του στο Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» (Νεότουρκοι) δύσκολη, καθώς η ηγεσία (Ενβέρ, Ταλαάτ, Τζεμάλ) δεν τον εμπιστευόταν. Υποστηρίζεται ότι μετά την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κεμάλ επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη «ψάχνοντας για καμμιά κυβερνητική θέση».
Ωστόσο, είναι η ιδιωτική του ζωή που δέχεται την πιο έντονη κριτική από δυτικούς βιογράφους της εποχής του.
Ο H.C. Armstrong, στο έργο του «Grey Wolf: Mustafa Kemal — An Intimate Study of a Dictator» (1932), παρουσιάζει μια ωμή εικόνα. Ισχυρίζεται ότι μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο Κεμάλ «έγινε ξεδιάντροπος» (he became shameless) και «έπινε βαθύτερα από ποτέ» (He drank deeper than ever). Ο Armstrong προβαίνει σε βαρείς ισχυρισμούς, γράφοντας ότι «οι νεαροί άνδρες τον προσέλκυαν» (Male youth attracted him) και ότι «έκανε προσεγγίσεις στις συζύγους και τις κόρες των υποστηρικτών του» (He made advances to the wives and daughters of his supporters).
Ο Lord Kinross, στην πιο ισορροπημένη βιογραφία «Atatürk: The Rebirth of a Nation» (1964), είναι πιο μετρημένος αλλά επιβεβαιώνει πτυχές αυτού του βίου. Αναφέρεται στην «ακολασία» του (promiscuity) με τις γυναίκες, την οποία «ποτέ δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει», αποδίδοντας ωστόσο αυτή τη συμπεριφορά στο ευρύτερο «αμφιφυλόφιλο fin de siècle οθωμανικό περιβάλλον» της εποχής.
Αυτός ο «έκλυτος βίος», σύμφωνα με τους επικριτές του, είχε άμεσο αντίκτυπο στην υγεία του. Πέρα από την τελική αιτία θανάτου —την κίρρωση του ήπατος λόγω αλκοολισμού— πηγές αναφέρουν ότι σε ιατρικά δελτία καταγράφονταν νοσηλείες για κολικούς νεφρού, ασκίτη, αλλά και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, όπως η γονόρροια.
3. Η Γεύση του Τέλους
Ο Μουσταφά Κεμάλ πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1938 στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε. Η επίσημη προπαγάνδα εστιάζει στο ηρωικό τέλος, παραλείποντας τις πιο ανθρώπινες στιγμές, οι οποίες ωστόσο καταγράφονται.
Ο δημοσιογράφος Murat Bardakçı, στο βιβλίο του «Makbule» που βασίζεται στις αφηγήσεις της αδελφής του, περιγράφει μια τελευταία, γήινη επιθυμία. Λίγο πριν πεθάνει, ο Κεμάλ, μέσα στο παραλήρημά του, ζήτησε από την αδελφή του να πει στη μητέρα τους (που είχε ήδη πεθάνει) να του φτιάξει ένα «θεσσαλονικιό zerde» — ένα γλυκό ρυζόπιλαφο με σαφράν, μια γεύση από την παιδική του μνήμη.
Αυτή η εικόνα έρχεται να συμπληρώσει το πορτρέτο ενός ανθρώπου με έντονες συνήθειες: λέγεται ότι κατανάλωνε περίπου 15 μέτριους καφέδες την ημέρα και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο ρυζοπίλαφο, τα φασόλια φούρνου, τις μελιτζάνες παπουτσάκια, τη φάβα και τον σιμιγδαλένιο χαλβά.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη: ο Ατατούρκ υπήρξε ταυτόχρονα προϊόν και αρχιτέκτονας μιας εποχής μετασχηματισμού. Οι διαφορετικές βιογραφίες, από τον επικριτικό Armstrong έως τον εξισορροπημένο Kinross, δεν αναιρούν η μία την άλλη· δείχνουν ότι πίσω από τον εθνικό μύθο υπήρχε ένας άνθρωπος — με όραμα, αλλά και με βαθιές, γήινες αδυναμίες.
(σσ: στην εικόνα που συνοδεύει το κείμενο βλέπουμε τον Μουσταφά Κεμάλ καπνίζοντα να παρακολουθεί την σφαγή των Ελλήνων!)
Υποσημειώσεις
[1] H.C. Armstrong, Grey Wolf: Mustafa Kemal — An Intimate Study of a Dictator, London: Arthur Barker Ltd., 1932.
[2] Lord Kinross, Atatürk: The Rebirth of a Nation, London: Weidenfeld & Nicolson, 1964.
[3] Andrew Mango, Atatürk, London: John Murray, 1999· Erik-Jan Zürcher, Turkey: A Modern History, London: I.B. Tauris, 2004.
[4] Murat Bardakçı, Makbule — Atatürk’ün Kız Kardeşiyle Konuşmalar, İstanbul: Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, 2022.





