Η παχυσαρκία παύει να θεωρείται απλώς ένα ζήτημα εμφάνισης και αναγνωρίζεται πλέον ως μια σύνθετη νόσος που πυροδοτεί σοβαρές παθήσεις, από καρδιαγγειακά προβλήματα έως διαβήτη τύπου 2. Σύμφωνα με τον κ. Αθανάσιο Μανώλη, Διευθυντή Β’ Καρδιολογικής Κλινικής του Metropolitan Hospital, τα νέα φαρμακευτικά σκευάσματα αλλάζουν ριζικά τον χάρτη της θεραπείας.
Η «φαρέτρα» των νέων φαρμάκων
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκονται δύο δραστικές ουσίες που υπόσχονται θεαματικά αποτελέσματα:
-
Semaglutide (Ozempic): Πέτυχε μείωση σωματικού βάρους κατά μέσο όρο 12,7%.
-
Tirzepatide (Mounjaro): Εμφανίζεται ακόμη πιο αποτελεσματική, με τη μείωση να φτάνει το 15% έως 19,5% ανάλογα τη δοσολογία.
Τα φάρμακα αυτά δρουν απευθείας στον εγκέφαλο, ενισχύοντας το αίσθημα του κορεσμού και επιβραδύνοντας την κένωση του στομάχου. Ωστόσο, ο κ. Μανώλης προειδοποιεί ότι η χρήση τους πρέπει να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική επίβλεψη, καθώς συνδέονται με παρενέργειες (γαστρεντερικές διαταραχές, κίνδυνο σαρκοπενίας) και αντενδείξεις, όπως το ιστορικό παγκρεατίτιδας ή καρκίνου του θυρεοειδούς.
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Τα στοιχεία του 2022 δείχνουν μια ελαφρά κάμψη της παχυσαρκίας στους ενήλικες (από 17% το 2019 σε 11%), όμως η παιδική παχυσαρκία παραμένει η «αχίλλειος πτέρνα» της χώρας, με ποσοστά (14%) σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 70% των παχύσαρκων παιδιών τείνουν να παραμένουν παχύσαρκα και στην ενήλικη ζωή, κουβαλώντας πρόωρα μεταβολικά προβλήματα.
Το κλειδί της επιτυχίας: Αλλαγή τρόπου ζωής
Παρά την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων, η ιατρική κοινότητα ξεκαθαρίζει: καμία θεραπεία δεν αποδίδει χωρίς αλλαγή συνηθειών. Η επαρκής ενυδάτωση, η κατανάλωση πρωτεΐνης για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας, ο ποιοτικός ύπνος και η καθημερινή άσκηση παραμένουν οι απαράβατοι όροι για τη διατήρηση του βάρους και τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.





