Περί των νεοφώτιστων: ένα φαινόμενο με πολιτικές προεκτάσεις
Του δρ. Συμεών Σολταρίδη, δημοσιογράφου-συγγραφέα
Το τελευταίο διάστημα, τόσο στον ελληνικό όσο και στον τουρκικό Τύπο, έχουν δημοσιευθεί κείμενα που αναφέρονται σε ένα φαινόμενο το οποίο υφίσταται στη σημερινή του μορφή εδώ και περίπου δυο δεκαετίες. Πρόκειται για ανθρώπους εθνοτικά Τούρκους και μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, οι οποίοι, ασκώντας το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, ζητούν και ασπάζονται τον Χριστιανισμό και ειδικότερα την Ορθόδοξη πίστη.
Με αφορμή την αναζωπύρωση της σχετικής συζήτησης, και έχοντας ως εφόδιο μια δημοσιογραφική διαδρομή τριών δεκαετιών, ιδιαίτερα ως Ρωμιός κάτοικος της Κωνσταντινούπολης που βιώνει εκ των έσω τα γεγονότα, αλλά και ως πολίτης με γνωστικό αντικείμενο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα μειονοτικά ζητήματα σε Ελλάδα και Τουρκία, θα επιχειρήσω μια συνολική προσέγγιση του ζητήματος.
Η δημόσια συζήτηση έχει ήδη αναδειχθεί σε περίοπτη θέση, ιδίως σε σελίδες με έντονο θρησκευτικό και εθνικιστικό προσανατολισμό. Δεν έλειψαν, μάλιστα, αναφορές σε «χαρούμενα αγγέλματα», σε λόγια του Αγίου Παϊσίου και σε κάθε είδους ερμηνείες. Ωστόσο, πέραν αυτών, προβάλλει με σαφήνεια και η πολιτική διάσταση του ζητήματος, η οποία αναδεικνύεται ως πρωτεύουσα.
Καταρχάς, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν τίθεται θέμα εναντίωσης στο κάλεσμα της Εκκλησίας προς όλους τους ανθρώπους, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας της είναι οικουμενικός και όχι εθνικός ή εθναρχεύων. Η ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων στην αναζήτηση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, ενώ συνιστά και καθήκον της Εκκλησίας να αποδέχεται τη βούληση όσων επιθυμούν να ασπασθούν τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία.
Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι καθοριστικής σημασίας είναι ο ρόλος των κατηχητών, οι οποίοι οφείλουν να διαθέτουν την ικανότητα να διακρίνουν τα αίτια που οδηγούν τους νεοβαπτιζόμενους στην απόφασή τους, αλλά και να διατηρούν διαρκή επικοινωνία μαζί τους, ώστε να μην αφήνονται «έρμαιοι» σε επιρροές και καταστάσεις που ενδέχεται να αλλοιώσουν την πορεία τους.
Στην Πόλη, καθώς και στην Ίμβρο και την Τένεδο, η ρωμαίικη κοινότητα δεν υπερβαίνει τις 2.500 ψυχές, με σημαντικό ποσοστό αυτών να είναι άνω των 65 ετών. Το δημογραφικό αυτό δεδομένο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι η κοινότητα οφείλει να αποδέχεται άκριτα ως μέλη της οποιονδήποτε δηλώνει πίστη και αφοσίωση στην Ορθοδοξία.
Η διαδικασία αποδοχής στην Ορθοδοξία εξετάζεται από αρμόδια επιτροπή που λειτουργεί στο πλαίσιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία είναι υπεύθυνη για την κατήχηση και την τελική απόφαση σχετικά με την Ιερά Κατήχηση και το Ιερό Βάπτισμα. Η εν λόγω επιτροπή πρέπει να αξιολογεί κατά πόσο ο υποψήφιος είναι ειλικρινής στην πρόθεσή του, αν δηλαδή είναι έτοιμος να «δει το φως το αληθινόν» ή αν επιδιώκει πρακτικές διευκολύνσεις για τη μελλοντική του πορεία.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται περιπτώσεις όπου η υιοθέτηση ενός ορθόδοξου ονόματος ενδέχεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για την εξασφάλιση βίζας εισόδου στην Ευρώπη, την αναζήτηση εργασίας ή την επίλυση άλλων προβλημάτων. Διευκρινίζεται, πάντως, ότι τα παραπάνω δεν αφορούν το σύνολο των νεοβαπτιζόμενων.
Εκτιμάται ότι ένα ποσοστό, το οποίο ενδεικτικά μπορεί να φθάνει το 30%, αφορά άτομα που είτε ανήκουν σε κατηγορίες κρυπτοχριστιανών, είτε έχουν μελετήσει σε βάθος και έχουν καταλήξει συνειδητά στην επιλογή τους, είτε διαθέτουν καταγωγή από ορθόδοξους πληθυσμούς που παρέμειναν στις πατρογονικές τους εστίες μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υιοθετώντας το Ισλάμ.
Κατά συνέπεια, αναδεικνύονται δύο διακριτές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις του ζητήματος: η θρησκευτική και η πολιτική, οι οποίες, αν και δεν ταυτίζονται, συνυπάρχουν και επηρεάζουν καθοριστικά την εξέλιξη του φαινομένου.
Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργείται σύγχυση, η οποία εκκινεί ήδη από το ζήτημα της μη αναγνώρισης της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου από τις τουρκικές αρχές και τον χαρακτηρισμό του ως «Rum Patrikhanesi». Ως αποτέλεσμα αυτού, τα έγγραφα, και συγκεκριμένα τα βαπτιστικά, που εκδίδονται από το Φανάρι και φέρουν αυτόν τον τίτλο, χρησιμοποιούνται από νεοβαπτιζόμενους ως βάση για την ένταξή τους στην Ομογένεια, με τους ίδιους να δηλώνουν ότι είναι Ρωμιοί.
Προβάλλοντας επιχειρήματα και εκφράζοντας την επιθυμία ένταξης στη ρωμαίικη κοινότητα, επιχειρούν να εγγράψουν τα παιδιά τους στα ομογενειακά σχολεία, επικαλούμενοι κυρίως την ιδιότητα του «μέλους του cemaat», δηλαδή του συνόλου που μοιράζεται κοινές αξίες, αντιλήψεις και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκινά μια διαδικασία προσφυγών στα τουρκικά δικαστήρια, με βασικό επιχείρημα το δικαίωμα να μορφώσουν τα παιδιά τους στη γλώσσα της κοινότητας στην οποία θέλουν να ενταχθούν, δηλαδή στα ελληνικά, και να τα φέρουν σε επαφή και τελικά να ενστερνιστούν αυτήν την κουλτούρα και παράδοση. Παράλληλα, τονίζουν ότι αισθάνονται και αυτοπροσδιορίζονται ως «μέλη και απόγονοι Ρωμιών της Ανατολής».
Η δικαστική πορεία που ακολουθείται παρουσιάζει συγκεκριμένα στάδια και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αρχικά, οι γονείς απευθύνονται στη διεύθυνση του σχολείου προκειμένου να εγγράψουν τα παιδιά τους. Το σχολείο απορρίπτει το αίτημα, επισημαίνοντας ότι οι αιτούντες δεν αναγνωρίζονται ως Ρωμιοί. Κατά την πάγια διαδικασία, η διεύθυνση απευθύνεται στην αρμόδια διεύθυνση σχολών για τα παιδιά της ομογένειας και, εφόσον υπάρξει θετική απάντηση, προχωρά στην εγγραφή. Στην περίπτωση, όμως, των παιδιών νεοβαπτισμένων, η κρατική υπηρεσία απαντά αρνητικά.
Ακολουθεί προσφυγή των γονέων στη Διεύθυνση Παιδείας της Περιφέρειας Σταυροδρομίου, η οποία επίσης απορρίπτει το αίτημα, επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης. Στη συνέχεια, οι γονείς καταφεύγουν στη δικαιοσύνη, στρεφόμενοι κατά της Διεύθυνσης Παιδείας, και δικαιώνονται σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό Δικαστήριο. Η διοίκηση ασκεί έφεση, ωστόσο το Εφετείο επικυρώνει τελεσίδικα την απόφαση υπέρ των γονέων, υποχρεώνοντας το σχολείο να εγγράψει το παιδί.
Οι διαφορετικές αυτές δικαστικές αποφάσεις συμβάλλουν στον διχασμό της κοινής γνώμης, καθώς η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, ιδίως του νόμου 5580 και των άρθρων 2 και 5, καθώς και των προβλέψεων της Συνθήκης της Λωζάνης, παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις, ιδίως ως προς τον ορισμό και το περιεχόμενο του όρου «Ρωμιός».
Στο ίδιο πλαίσιο, νομική προσέγγιση του ζητήματος δίνει υποψήφιος διδάκτωρ και δικηγόρος Θεσσαλονίκης, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτενώς με τα μειονοτικά ζητήματα. Όπως σημειώνει, «η ένταξη στην θρησκευτική μειονότητα δεν συνεπάγεται και την αυτόματη ένταξη στην κατηγορία των Ρωμιών». Σε άλλο σημείο επισημαίνει ότι, «μολονότι δεν υπάρχει σαφής ορισμός για το ποιος είναι Ρωμιός, πρέπει να γίνει δεκτό πως η ένταξη στην θρησκευτική-πολιτιστική μειονότητα των Ελληνορθοδόξων ακολουθεί ορισμένα κριτήρια. Ένας Τούρκος που βαπτίζεται Χριστιανός μπορεί να εντάσσεται στη γενική έννοια της θρησκευτικής μειονότητας, ωστόσο δεν αποκτά αυτομάτως την ιδιότητα του Ρωμιού, εφόσον αδυνατεί να αποδείξει οποιαδήποτε σχέση με την κατεστημένη πριν το 1923 ρωμαίικη κοινότητα. Η μεταβολή θρησκείας από μόνη της δεν συνιστά επαρκή προϋπόθεση· απαιτείται τεκμηρίωση πολιτιστικών δεσμών».
Το ζήτημα των νεοβαπτισμένων δεν είναι πρόσφατο. Στην Πόλη υφίσταται τουλάχιστον εδώ και δύο δεκαετίες. Ενδεικτική είναι σχετική αναφορά σε δημοσίευμα του Αλέξανδρου Μασσαβέτα στην εφημερίδα «Καθημερινή» που αναδημοσιεύθηκε στην «Απογευματινή» της Πόλης, με ημερομηνία 12 Δεκεμβρίου 2007, όπου καταγράφονται μαρτυρίες δύο Τούρκων που είχαν βαπτιστεί Χριστιανοί. Οι ίδιοι υπογράμμιζαν ότι ασπάστηκαν οικειοθελώς την Ορθοδοξία, διατηρώντας ωστόσο την τουρκική τους ταυτότητα, ενώ σε μία από τις περιπτώσεις επισημαίνεται ότι στην οικογένεια ομιλείται και η ελληνική γλώσσα. Κοινή τους θέση ήταν ότι η ταύτιση θρησκείας και εθνότητας αποτελεί εσφαλμένη προσέγγιση.
Η ιστορική αυτή αναδρομή, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναδεικνύει ένα ζήτημα με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, το οποίο υποβόσκει εδώ και τουλάχιστον μία πενταετία, επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο και οδήγησε μερίδα νεοβαπτισμένων στο να διεκδικούν την ένταξή τους στη ρωμαίικη κοινότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλονται επιχειρήματα περί «καταγωγής» με στόχο την εξασφάλιση θεώρησης εισόδου στην Ελλάδα, τη διεκδίκηση άδειας παραμονής ή ακόμη και την απόκτηση ελληνικής υπηκοότητας. Παράλληλα, εκφράζεται η επιθυμία εκπαίδευσης των παιδιών τους στα ρωμαίικα σχολεία, με επίκληση της «εθνικής τους καταγωγής» και της ανάγκης εκμάθησης της «εθνικής τους γλώσσας και πολιτισμού».
Η απαίτηση αυτή, δηλαδή η ταύτιση της θρησκευτικής επιλογής με την εθνική καταγωγή, στο πλαίσιο του συστήματος millet και της λεγόμενης «ελληνορθόδοξης κοινότητας», προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της Ομογένειας, οδηγώντας σε εσωτερικό διχασμό.
Τίθεται, συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον αυτής της ομάδας. Οι απαντήσεις που διατυπώνονται είναι πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες.
Μία πρώτη προσέγγιση απορρίπτει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αποκλεισμού τους από την Εκκλησία. Αντιθέτως, υπογραμμίζεται η ανάγκη για προσεκτική επιλογή, ουσιαστική κατήχηση και διαρκή, ανθρώπινη σχέση με τους νεοεισερχόμενους πιστούς.
Σε ό,τι αφορά τη σχέση τους με τη ρωμαίικη κοινότητα, διατυπώνεται η θέση ότι δεν είναι εφικτός ο αποκλεισμός τους, δεδομένου ότι, βάσει των ισχυουσών νομικών ρυθμίσεων και των σχετικών δικαστικών αποφάσεων, σε αρκετές περιπτώσεις δικαιώνονται.
Μία τρίτη προσέγγιση εισηγείται την ένταξή τους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Ως προς τον ρόλο της Εκκλησίας, προβάλλεται η θέση ότι οφείλει να παραμείνει προσηλωμένη στο ποιμαντικό της έργο, αγκαλιάζοντας τους νέους πιστούς με πνεύμα αγάπης και αποδοχής.
Εν τέλει, αναδεικνύεται με έμφαση ότι το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Η Εκκλησία επιτελεί τον θεσμικό της ρόλο και καλώς κάνει, ωστόσο εκείνοι που καλούνται να τον εφαρμόσουν στην πράξη οφείλουν να επιδεικνύουν πνεύμα διαλόγου και κατανόησης.
Το ζήτημα παραμένει σύνθετο και ιδιαίτερα ευαίσθητο. Απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία και, κυρίως, συντονισμό μεταξύ θρησκευτικών και πολιτικών φορέων.

- Πηγή: Εφ. «Απογευματινή» Κωνσταντινούπολης (Συμεών Σολταρίδης) Επιμέλεια: RodopiPress Newsroom
Σχόλιο Συντάκτη
Η ανάλυση του Συμεών Σολταρίδη θέτει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων: η θρησκευτική ελευθερία είναι ιερή, αλλά η εργαλειοποίηση των βαπτιστικών εγγράφων για τη δημιουργία μιας «νέας μειονότητας» εντός της ιστορικής Ομογένειας κρύβει γεωπολιτικές παγίδες. Η Τουρκία, αρνούμενη τον όρο «Οικουμενικό», δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια αλλοίωση της ρωμαίικης ταυτότητας εκ των έσω. Η πρόκληση για το Φανάρι είναι να ισορροπήσει ανάμεσα στην ποιμαντική αγκαλιά και την προστασία της ιστορικής συνέχειας των Ρωμιών, σε ένα περιβάλλον όπου η «πίστη» μετατρέπεται συχνά σε «διαβατήριο».





