Προστασία ή σιωπή; Το έργο του Μ. Χατζιδάκι σε μία κοινωνία χρεωκοπημένων συναισθημάτων

Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και τη ζωή ενός έργου

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Το περιστατικό στο Αρχαίο Θέατρο Δίου, όπου ο Μανώλης Μητσιάς αναγκάστηκε να απαγγείλει αντί να τραγουδήσει τον «Γιάννη τον Φονιά», δεν είναι απλώς ακόμη μία διαφωνία γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Είναι μια αφορμή για να ανοίξει ένας βαθύτερος διάλογος σχετικά με το πώς διαχειρίζεται μια κοινωνία την πολιτιστική της κληρονομιά και πού βρίσκεται η ισορροπία ανάμεσα στη νόμιμη προστασία ενός έργου και στη ζωντανή παρουσία του στον δημόσιο χώρο.

Μπλόκο Χατζιδάκι σε Μητσιά: Απήγγειλε τον «Γιάννη τον Φονιά» στο Δίον

Η πρώτη διαπίστωση είναι αυτονόητη. Ο Γιώργος Χατζιδάκις δεν ενεργεί ως ένας τυχαίος διαχειριστής. Είναι ο κληρονόμος του έργου του Μάνου Χατζιδάκι και, όπως ο ίδιος έχει εξηγήσει δημόσια ήδη από το 2018, θεωρεί ότι η αποστολή του δεν είναι να ασκεί εξουσία πάνω στη μουσική του πατέρα του, αλλά να διασφαλίζει ότι αυτή παρουσιάζεται με τον τρόπο που ο ίδιος ο συνθέτης θα θεωρούσε αντάξιο της αισθητικής και της ποιότητάς της.

Στη συνέντευξή του στη Λένα Αρώνη είχε τονίσει ότι η διαχείριση του έργου γίνεται με αίσθημα ευθύνης και όχι κηδεμονίας. Είχε επίσης υποστηρίξει ότι οι επιλογές για το πού και από ποιους παρουσιάζεται το έργο βασίζονται στις αρχές που είχε θέσει ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις όσο ζούσε. Είναι μια θέση συνεπής, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να απορριφθεί ως αυθαίρετη.

Την ίδια στιγμή όμως, η εικόνα ενός από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του ελληνικού τραγουδιού να μην μπορεί να τραγουδήσει ένα έργο που γράφτηκε για τον ίδιο πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια δημιούργησε εύλογη αμηχανία. Όχι μόνο στο κοινό που βρισκόταν στο Δίον, αλλά και σε όσους αντιλαμβάνονται ότι ο πολιτισμός δεν είναι μια στατική έννοια. Είναι μια διαρκής σχέση ανάμεσα στον δημιουργό, στους ερμηνευτές και στην κοινωνία.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να προστατεύει το έργο. Αυτό το δικαίωμα προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί βασική αρχή της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το πραγματικό ερώτημα είναι με ποιον τρόπο ασκείται αυτό το δικαίωμα και ποια είναι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην προστασία και στον περιορισμό.

Ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ένας δημιουργός με εξαιρετικά υψηλές αισθητικές απαιτήσεις. Δεν ανεχόταν την προχειρότητα ούτε τις εύκολες παραχωρήσεις. Παράλληλα όμως υπήρξε ένας άνθρωπος που πίστευε βαθιά ότι η τέχνη αποκτά νόημα μέσα από την επικοινωνία της με τους ανθρώπους. Όπως προκύπτει και από τις αφηγήσεις του γιου του, ο Χατζιδάκις αντιμετώπιζε το ταλέντο ως έναν σπόρο που χρειάζεται διαρκή καλλιέργεια για να ανθίσει. Η ίδια αυτή λογική θα μπορούσε ίσως να εφαρμοστεί και στο ίδιο του το έργο. Ένα έργο επιβιώνει όταν συνεχίζει να ακούγεται, να ερμηνεύεται και να εμπνέει, χωρίς όμως να αλλοιώνεται.

Η δημόσια παρέμβαση του Υπουργείου Πολιτισμού πρόσθεσε μία ακόμη διάσταση στη συζήτηση, διευκρινίζοντας ότι η ανακήρυξη του 2026 ως «Αφιερωματικού Έτους Μάνου Χατζιδάκι» δεν δημιουργεί αποκλειστικό μηχανισμό έγκρισης των δημόσιων εκτελέσεων. Η επισήμανση αυτή δεν ακυρώνει τα δικαιώματα των δικαιούχων, αλλά υπενθυμίζει ότι οι θεσμικές τιμητικές πρωτοβουλίες δεν μεταβάλλουν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς.

Από την άλλη πλευρά, η συχνότητα με την οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται αντίστοιχες απαγορεύσεις δημιουργεί την εντύπωση μιας ιδιαίτερα αυστηρής πολιτι(στι)κής διαχείρισης. Η παρεμπόδιση συναυλιών ή η παρέμβαση ακόμη και σε τίτλους έργων προκαλούν αναπόφευκτα ερωτήματα για το κατά πόσο η προστασία της ποιότητας μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταλήγει σε υπερβολικό περιορισμό της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην απόλυτη ελευθερία ούτε στην απόλυτη απαγόρευση. Ένα έργο όπως εκείνο του Μάνου Χατζιδάκι χρειάζεται και προστασία και ζωή. Χρειάζεται ανθρώπους που θα διαφυλάξουν την ποιότητά του, αλλά και ανθρώπους που θα το κρατήσουν παρόν στις συναυλίες, στα θέατρα και στη συλλογική μνήμη.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό δίλημμα που ανέδειξε το περιστατικό στο Δίον. Δεν αφορά μόνο τον Γιώργο Χατζιδάκι ή τον Μανώλη Μητσιά. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πολιτιστική κληρονομιά. Ως ένα πολύτιμο κειμήλιο που διατηρείται ανέγγιχτο ή ως έναν ζωντανό οργανισμό που συνεχίζει να αναπνέει μέσα από τις ερμηνείες, τον διάλογο και τη διαρκή επανασύνδεσή του με το κοινό.

Η αλήθεια, πιθανότατα, βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Γιατί ο σεβασμός προς έναν μεγάλο δημιουργό δεν αποδεικνύεται ούτε με την ανεξέλεγκτη χρήση του έργου του ούτε με τη σιωπή του. Αποδεικνύεται όταν η προστασία της πνευματικής του κληρονομιάς συνυπάρχει με τη δυνατότητα του έργου να εξακολουθεί να συγκινεί, να εμπνέει και να αποτελεί ζωντανό κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού.

INFOBOX | Η θέση του Γιώργου Χατζιδάκι για την πνευματική κληρονομιά του πατέρα του

Ο Γιώργος Χατζιδάκις έχει δηλώσει ότι η διαχείριση του έργου του Μάνου Χατζιδάκι δεν γίνεται με διάθεση «κηδεμονίας», αλλά με αίσθημα ευθύνης και συνέπειας, με στόχο να διατηρείται η αυθεντικότητα και η ποιότητά του, σύμφωνα με τις αρχές που είχε θέσει ο ίδιος ο συνθέτης. Περιγράφει τον πατέρα του ως έναν άνθρωπο χωρίς ναρκισσισμό ή διάθεση επιβολής, που ζούσε με ισορροπία ανάμεσα στην καθημερινότητα και την τέχνη. Επισημαίνει ακόμη ότι σημαντικά έργα, όπως ο «Μεγάλος Ερωτικός», γεννήθηκαν από βαθύτερους υπαρξιακούς προβληματισμούς, ενώ διαχωρίζει τη δημιουργία για τον κινηματογράφο, που υπαγορεύθηκε συχνά από βιοποριστικές ανάγκες, από τη συνειδητή καλλιτεχνική του σχέση με το Θέατρο Τέχνης. Μεταφέροντας τη φιλοσοφία του πατέρα του για το ταλέντο, σημειώνει ότι αυτό δεν είναι ένα έτοιμο χάρισμα αλλά ένας «σπόρος» που απαιτεί διαρκή καλλιέργεια. Τέλος, διαχωρίζει τον δημόσιο δημιουργό από τον πατέρα, τονίζοντας ότι ο Μάνος Χατζιδάκις εξακολουθεί να είναι παρών μέσα από το έργο του, ενώ η απουσία του γίνεται αισθητή μόνο στο προσωπικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Σχόλιο Σύνταξης: Το περιστατικό στο Αρχαίο Θέατρο Δίου αναδεικνύει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη νομική προστασία της καλλιτεχνικής κληρονομιάς και την ανάγκη των έργων να παραμένουν ζωντανά στη συλλογική συνείδηση. Η διαφύλαξη της ποιότητας που επιδιώκει η πλευρά των κληρονόμων είναι απόλυτα σεβαστή, ωστόσο η υπερβολική αυστηρότητα απέναντι σε καταξιωμένους ερμηνευτές και ιστορικά συνδεδεμένα πρόσωπα κινδυνεύει να απομακρύνει το κοινό από τη δημιουργία των μεγάλων μας συνθετών. Ας μην ξεχνάμε ότι “η Χώρα είναι χρεωκοπημένη, το Αίσθημά της Χρεωκοπημένο….”

Αντί Επιλόγου

(από το προσωπικό αρχείο του Ν. Αρβανίτη)