Προϋπολογισμός 2026: Μεταρρυθμίσεις, συγκρατημένη αισιοδοξία και τα όρια του ευρωπαϊκού πλαισίου

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Με σαφή διάθεση να υπογραμμίσει ότι η χώρα κινείται σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά, το οικονομικό επιτελείο παρουσίασε τον Προϋπολογισμό του 2026, μιλώντας για ένα σχέδιο «μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό», το οποίο φιλοδοξεί να συνδυάσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, φορολογικές ελαφρύνσεις και συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης και ο Θάνος Πετραλιάς ανέδειξαν μια σειρά από δείκτες που, όπως υποστηρίζουν, αποτυπώνουν «τη μεγαλύτερη δημοσιονομική διόρθωση της τελευταίας εικοσαετίας» και μια οικονομία που καταφέρνει να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Κατατέθηκε στη Βουλή ο Κρατικός Προϋπολογισμός του 2026 – Τι προβλέπει, τι αλλάζει και ποιο είναι το ευρύτερο αποτύπωμα

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της κυβέρνησης, η ανάπτυξη αναμένεται στο 2,4% το 2026 – σχεδόν διπλάσια της Ευρωζώνης – ενώ ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται στο 2,2%. Οι επενδύσεις ενισχύονται κατά 10,2%, οδηγώντας τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ στο 17,7%, έναν δείκτη που η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ως απόδειξη ότι το παραγωγικό μοντέλο μετακινείται πιο κοντά σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος συνεχίζει την πτωτική του πορεία, με εκτίμηση για 138,2% το 2026 και στόχο να διαμορφωθεί στο 119% έως το 2029.

Οι μεγάλες φορολογικές παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ – μειώσεις για τη μεσαία τάξη, κατάργηση της προσωπικής διαφοράς το 2027, ελαφρύνσεις σε οικογένειες και επαγγελματίες – απορροφούν σχεδόν όλον τον διαθέσιμο χώρο που επιτρέπει ο «κανόνας δαπανών» του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου. Αυτό αποτελεί και την πρώτη σημαντική παραδοχή του οικονομικού επιτελείου: για το 2026 δεν υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για νέες πρωτοβουλίες. Ο Πετραλιάς το διατύπωσε καθαρά: «Ό,τι βλέπετε είναι πλήρως αποτυπωμένο. Ο χώρος έχει εξαντληθεί». Οποιοδήποτε πρόσθετο μέτρο ή έκτακτη ανάγκη θα μετατεθεί αναγκαστικά στο 2027, όπου η πρόβλεψη κάνει λόγο για διαθέσιμο περιθώριο 800–900 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, η κυβέρνηση προβάλλει τις αυξήσεις σε κρίσιμους τομείς ως απόδειξη κοινωνικού προσανατολισμού. Στην Υγεία οι δαπάνες φτάνουν τα 8,2 δισ. ευρώ, διπλάσιες σε σύγκριση με το 2019, ενώ στα νοσοκομεία η επιχορήγηση αγγίζει τα 4,6 δισ. ευρώ. Στην Παιδεία καταγράφεται νέα αύξηση, παρά το γεγονός ότι το μεγάλο κύμα χρηματοδότησης έχει περάσει. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην Άμυνα, με τον προϋπολογισμό να ξεπερνά τα 7 δισ. ευρώ, ενώ τα εξοπλιστικά βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών. Το ΠΔΕ διαμορφώνεται στα 16,7 δισ. ευρώ, με το Ταμείο Ανάκαμψης να παραμένει ο βασικός μοχλός επενδυτικής επιτάχυνσης.

Στην ενότητα των ερωτήσεων, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε κυρίως στο τι πραγματικά επιτρέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο και πόση ευελιξία έχει η χώρα. Ο Πετραλιάς εξήγησε ότι ο δημοσιονομικός χώρος εξαρτάται αποκλειστικά από δύο παράγοντες: μόνιμες αυξήσεις εσόδων («ενεργητικά μέτρα» όπως η πάταξη φοροδιαφυγής) ή μειώσεις σε άλλες δαπάνες. Με δεδομένο ότι τα έσοδα του 2025 έχουν ήδη ενσωματωθεί, δεν αναμένεται επιπλέον περιθώριο βραχυπρόθεσμα. Η απώλεια δόσης από το Ταμείο Ανάκαμψης θεωρείται απίθανη, αλλά όπως ξεκαθαρίστηκε, αν συνέβαινε, θα οδηγούσε σε πάγωμα αντίστοιχων έργων – διαφορετικά το κράτος θα έπρεπε να καλύψει τη διαφορά από εθνικούς πόρους.

Στο ερώτημα για τα φτωχότερα νοικοκυριά, το οικονομικό επιτελείο υποστήριξε ότι οι παρεμβάσεις μειώνουν τα ποσοστά φτώχειας: κατά 2,2% για τους νέους 15–21 ετών, 1,5% για οικογένειες με δύο παιδιά και 3,3% για πολύτεκνους. Παρ’ όλα αυτά, η καθημερινή πίεση σε είδη πρώτης ανάγκης, στέγη και ενέργεια παραμένει η πιο δύσκολα «μετρήσιμη» διάσταση.

Απαντώντας σε δημοσίευμα που τον θέλει υποψήφιο για την προεδρία του Eurogroup, ο Πιερρακάκης δεν άφησε περιθώριο παρερμηνειών: χαρακτήρισε τιμητικό το γεγονός ότι το όνομα της Ελλάδας συζητείται σε τέτοιο επίπεδο, αλλά υπογράμμισε ότι «οποιαδήποτε άλλη συζήτηση είναι πρόωρη». Επέμεινε ότι προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είναι η εφαρμογή του προϋπολογισμού και η συνέχιση της μεταρρυθμιστικής πορείας.

Το δημογραφικό πρόβλημα και η παραγωγικότητα αναδείχθηκαν ως οι δύο μεγάλες προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας. Ο Υπουργός ήταν ξεκάθαρος: «Η κάμψη του πληθυσμού επιβραδύνει την οικονομική επίδοση. Η δουλειά μας είναι να δημιουργούμε αντίρροπες δυνάμεις». Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μέτρα της ΔΕΘ προσθέτουν 0,6% στο ΑΕΠ του 2026, με στόχευση κυρίως στις οικογένειες και στους νέους.

Στο φόντο όλων αυτών, το σύνολο των τοποθετήσεων καταλήγουν σε μια διαπίστωση: ο Προϋπολογισμός του 2026 μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία αριθμητικά, όμως πατά σε ένα πλαίσιο αυστηρών ευρωπαϊκών κανόνων, σε μια οικονομία που εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκούς πόρους και σε μια κοινωνία που –παρά τη συνολική βελτίωση– ζει με άνισες ταχύτητες. Η πρόκληση δεν βρίσκεται στην κατάθεση του προϋπολογισμού, αλλά στην υλοποίησή του: στην απορρόφηση έργων, στη στόχευση των δαπανών, στην αντιμετώπιση της ακρίβειας και στη διατήρηση ενός ρυθμού ανάπτυξης που δεν θα υποχωρήσει όταν οι εξωτερικές ενέσεις ρευστότητας μειωθούν.

Σε μια περίοδο όπου οι αριθμοί μοιάζουν να ευνοούν την κυβέρνηση, η πραγματική μάχη θα δοθεί στο πεδίο της καθημερινότητας και της ικανότητας του κράτους να μεταφράσει τη μακροοικονομική πρόοδο σε απτή βελτίωση για τους πολίτες. Αυτό θα κρίνει τελικά τον προϋπολογισμό – όχι τα διαγράμματα και οι πίνακες, αλλά οι αντοχές και οι δυνατότητες της κοινωνίας.