Η ρητορική του φόβου δεν αποτελεί εθνική στρατηγική

Η ρητορική του φόβου δεν αποτελεί εθνική στρατηγική

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Την Πέμπη 3//6/2026 δημοσιοποιήθηκε ένα κείμενο υπό τον τίτλο «Θρακική απαίτηση από την καθεύδουσα Αθήνα» το οποίο επιχειρεί να παρουσιάσει την Ελλάδα ως χώρα που βρίσκεται προ των πυλών μιας εθνικής κατάρρευσης, με άμεσο κίνδυνο «εκδίωξης του Ελληνισμού από το Αιγαίο» και μετατροπής της χώρας σε «νεοοθωμανικό βιλαέτι». Πρόκειται για μια δραματοποιημένη και πολιτικά φορτισμένη ανάγνωση της πραγματικότητας, η οποία περισσότερο καλλιεργεί τον φόβο και την ανασφάλεια παρά συμβάλλει σε μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για τα ελληνοτουρκικά.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Τουρκία ακολουθεί διαχρονικά μια αναθεωρητική πολιτική και ότι συχνά προβαίνει σε προκλητικές ενέργειες απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο. Οι διαφωνίες στο Αιγαίο, οι υπερπτήσεις, το casus belli και οι μονομερείς διεκδικήσεις της Άγκυρας αποτελούν υπαρκτά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Ωστόσο, άλλο πράγμα η αναγνώριση μιας δύσκολης γεωπολιτικής πραγματικότητας και άλλο η κατασκευή ενός αφηγήματος επικείμενης εθνικής εξαφάνισης.

Η Ελλάδα δεν είναι μια ανοχύρωτη χώρα ούτε ένα κράτος σε διεθνή απομόνωση. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, διαθέτει ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, αναβαθμισμένες αμυντικές δυνατότητες και ενεργό διπλωματική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, έχουν υπογραφεί σημαντικές αμυντικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ενισχυθεί με νέα εξοπλιστικά προγράμματα και επιχειρησιακές δυνατότητες.

Επιπλέον, η παρουσίαση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ως πλήρως «υποχωρητικής» παραγνωρίζει βασικά δεδομένα. Η Αθήνα έχει επανειλημμένα διεθνοποιήσει τις τουρκικές προκλήσεις, έχει επιτύχει ευρωπαϊκές καταδίκες της τουρκικής στάσης και έχει προωθήσει σταθερά τη θέση ότι μοναδική διαφορά προς επίλυση είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών βάσει του διεθνούς δικαίου. Η επιλογή της διπλωματίας και της αποφυγής στρατιωτικής κλιμάκωσης δεν συνιστά «ενδοτισμό», αλλά στοιχειώδη κρατική ευθύνη.

Ανησυχία προκαλεί επίσης η χρήση όρων όπως «εξάλειψη του Ελληνισμού» και «νεοοθωμανικό βιλαέτι». Τέτοιες εκφράσεις ενισχύουν έναν εθνικό πανικό που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ισορροπίες ισχύος και κινδυνεύει να πολώσει την κοινωνία. Η ιστορική μνήμη των προσφυγικών πληθυσμών της Θράκης και της Μικράς Ασίας αξίζει σεβασμό· δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής υπερδραματοποίησης.

Η δημόσια συζήτηση για τα εθνικά θέματα απαιτεί σοβαρότητα, τεκμηρίωση και ψυχραιμία. Η Ελλάδα οφείλει να παραμένει σε εγρήγορση απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά ταυτόχρονα να αποφεύγει τις κραυγές καταστροφής που τελικά αποδυναμώνουν τη νηφάλια ανάλυση και την εθνική αυτοπεποίθηση.

Ο πατριωτισμός δεν μετριέται με την ένταση των εκφράσεων ούτε με προφητείες εθνικής συντριβής. Μετριέται με την ικανότητα μιας χώρας να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της με αυτοπεποίθηση, θεσμική σοβαρότητα και στρατηγική ψυχραιμία.