Το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε τις άδειες λειτουργίας καθώς και το σύνολο των προγραμμάτων σπουδών τριών παραρτημάτων ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα.
Η απόφαση, που εκδόθηκε υπό την προεδρία του αντιπροέδρου Διομήδη Κυριλόπουλου, αφορά τα ιδιωτικά ιδρύματα CITY College University of York, Keele University και Anatolia College.
Η δικαστική αυτή εξέλιξη ήρθε σε συνέχεια προσφυγής που είχε καταθέσει ο καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών Παναγιώτης Λαζαράτος, ο οποίος σε γραπτή δήλωσή του εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη δικαίωση του αγώνα του, τονίζοντας πως οι αποφάσεις αυτές ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και στην προάσπιση της υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης.
Στο επίκεντρο της επικαιρότητας βρίσκεται η απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας να ακυρώσει τις άδειες λειτουργίας τριών παραρτημάτων μη κρατικών πανεπιστημίων (Keele University, University of York/CITY και Anatolia) καθώς και τις σχετικές πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών.
Μιλώντας στο «ΒΗΜΑ», ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, Παναγιώτης Λαζαράτος, ο οποίος προσέφυγε στο ΣτΕ, διευκρίνισε ότι η απόφαση δεν αφορά την ακαδημαϊκή ποιότητα των ιδρυμάτων αλλά την ανεπάρκεια του κανονιστικού πλαισίου, τις βιαστικές διαδικασίες της ΕΘΑΑΕ, ζητήματα αμεροληψίας επιτροπών, καθώς και ελλείψεις σε κτιριακές και πολεοδομικές προδιαγραφές ασφαλείας. Ο ίδιος εξήγησε πως απέσυρε την προσφυγή για το University of Nicosia/UNIC Athens καθώς διαπίστωσε πληρέστερη προετοιμασία, τονίζοντας ότι στόχος της κίνησής του είναι η διασφάλιση υψηλών προδιαγραφών και η ουσιαστική κρατική εποπτεία. Από την πλευρά του, το Υπουργείο Παιδείας υπογράμμισε ότι οι αποφάσεις επιβεβαιώνουν τη συνταγματικότητα του θεσμού και αφορούν μόνο επιμέρους διοικητικές διαδικασίες, διαβεβαιώνοντας πως θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες ώστε να μην χαθεί το ακαδημαϊκό έτος για κανέναν φοιτητή.
Σχόλιο Σύνταξης: Η ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας φέρνει ανατροπές στο τοπίο της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, δημιουργώντας παράλληλα σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των εγγεγραμμένων φοιτητών στα συγκεκριμένα παραρτήματα. Παρότι η νομική διαμάχη υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρούς ελέγχους και τήρηση των συνταγματικών προδιαγραφών στην εκπαίδευση, η πολιτεία οφείλει να διαχειριστεί άμεσα τις διοικητικές και ακαδημαϊκές παρενέργειες που προκύπτουν. Για την περιφέρεια, όπου το δημόσιο πανεπιστήμιο αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, τέτοιες δικαστικές κρίσεις επαναφέρουν στο επίκεντρο τη σημασία της θεσμικής θωράκισης και της ποιοτικής αναβάθμισης της δημόσιας ανώτατης παιδείας.
Η δικαστική αυτή εξέλιξη αναδεικνύει την τεράστια σημασία που έχει η θεσμική αυστηρότητα και η τήρηση των νόμιμων διαδικασιών κατά την εφαρμογή μεγάλων μεταρρυθμίσεων στην παιδεία. Το γεγονός ότι το ΣτΕ εστίασε στις διοικητικές και κτιριολογικές παραλείψεις υπογραμμίζει πως η ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων δεν επιδέχεται προχειρότητες ή εκπτώσεις στην ασφάλεια και την ποιότητα. Για την ελληνική περιφέρεια, όπου τα δημόσια πανεπιστήμια αποτελούν στυλοβάτες της τοπικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, η διασφάλιση ίσων όρων, διαφάνειας και αυστηρού κρατικού ελέγχου σε κάθε μορφή ανώτατης εκπαίδευσης συνιστά αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την προστασία των νέων και των οικογενειών τους.






