Ασυλία ή Ατιμωρησία; Η Βουλή μπλοκάρει την άρση ασυλίας Οζγκιούρ και δοκιμάζει το κράτος δικαίου
Ειδικός Συνεργάτης – Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου
Η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής να απορρίψει την άρση ασυλίας του βουλευτή Ροδόπης Φερχάτ Οζγκιούρ δεν συνιστά μια απλή εσωτερική κοινοβουλευτική πράξη, αλλά μια πράξη με σαφές συνταγματικό και θεσμικό φορτίο. Εγείρει ευθέως ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς και της λειτουργικής σχέσης μεταξύ νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας στο πλαίσιο του κράτους δικαίου.
Η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης έγκειται στο ότι πρόκειται για πρόσωπο ήδη υπόδικο, για το οποίο η Βουλή είχε στο παρελθόν χορηγήσει άδεια δίωξης μέσω άρσης ασυλίας. Η μεταγενέστερη άρνηση για νέα άρση, αναφορικά με πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν εντός του κοινοβουλευτικού χώρου και συνδέονται με ισχυρισμούς συκοφαντικής δυσφήμησης, δημιουργεί μια εμφανή ασυνέχεια στη στάση του Σώματος και θέτει ζήτημα επιλεκτικής ενεργοποίησης της θεσμικής προστασίας.
Η βουλευτική ασυλία, ως θεσμός κατοχυρωμένος στο Σύνταγμα, αποσκοπεί στην απρόσκοπτη άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων και όχι στην παροχή προσωπικής ασυδοσίας. Η λειτουργική της ratio legis συνδέεται με την προστασία της ελευθερίας της γνώμης και της ψήφου του βουλευτή, όχι με την αποτροπή της δικαστικής διερεύνησης πράξεων που δύνανται να συνιστούν αξιόποινες συμπεριφορές. Η διεύρυνση της εφαρμογής της πέραν του σκοπού αυτού οδηγεί σε θεσμική εκτροπή.
Η επίκληση της ελευθερίας του λόγου εντός του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να λειτουργεί ως καθολική ασπίδα έναντι κάθε μορφής έννομης ευθύνης.
Στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας, η ελευθερία της έκφρασης τελεί υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας και συνυπάρχει με την προστασία της προσωπικότητας και της τιμής των τρίτων.
Η άρνηση της Βουλής να επιτρέψει τη δικαστική κρίση επί της ουσίας στερεί από τον θιγόμενο το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Η πρακτική αυτή εισάγει μια de facto διαφοροποίηση μεταξύ των πολιτών, δημιουργώντας ένα καθεστώς άνισης μεταχείρισης: ο κοινός πολίτης υπόκειται πλήρως στον έλεγχο της Δικαιοσύνης, ενώ ο βουλευτής δύναται να αποφεύγει τη δικαστική διερεύνηση επικαλούμενος τη θεσμική του ιδιότητα. Η εξέλιξη αυτή υπονομεύει την αρχή της καθολικότητας του νόμου και πλήττει την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινοβουλευτικές διαφοροποιήσεις που καταγράφηκαν κατά την ψηφοφορία. Οι μεμονωμένες ψήφοι υπέρ της άρσης ασυλίας, καθώς και οι δηλώσεις περί ανάγκης παραπομπής όλων των σχετικών υποθέσεων στη Δικαιοσύνη, συνιστούν ενδείξεις ύπαρξης θεσμικής συνείδησης εντός του Σώματος. Πλην όμως, δεν αναιρούν το συνολικό αποτέλεσμα, το οποίο αποτυπώνει μια πολιτική βούληση αποτροπής της δικαστικής κρίσης.
Εν προκειμένω, η βουλευτική ασυλία φαίνεται να λειτουργεί όχι ως εγγύηση της δημοκρατικής λειτουργίας, αλλά ως μηχανισμός αναστολής της λογοδοσίας. Η μετατροπή ενός θεσμικού εργαλείου σε μέσο αποφυγής της δικαστικής διερεύνησης συνιστά ουσιώδη αλλοίωση της συνταγματικής του λειτουργίας και εγείρει ζητήματα θεσμικής νομιμοποίησης.
Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα υπερβαίνει τα όρια μιας συγκεκριμένης υπόθεσης και ανάγεται στον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής. Η διάκριση των εξουσιών προϋποθέτει αμοιβαίο σεβασμό και λειτουργική ισορροπία· όταν η μία εξουσία παρεμβαίνει de facto στην αρμοδιότητα της άλλης, περιορίζοντας τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης, τότε το σύστημα εισέρχεται σε φάση θεσμικής ανισορροπίας.
Η Δημοκρατία δεν νοείται χωρίς λογοδοσία, και η λογοδοσία δεν μπορεί να εξαρτάται από την ιδιότητα του ελεγχόμενου. Η άρνηση άρσης ασυλίας, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν συνιστά απλώς πολιτική επιλογή· συνιστά θεσμική θέση με άμεσες συνέπειες για την ποιότητα του κράτους δικαίου.
Υστερόγραφο (Υ.Γ.)
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προκαλεί εύλογο προβληματισμό η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εντός της Ολομέλειας από τον κ. Νάσο Ηλιόπουλο, η οποία φαίνεται να αγνοεί ή να παρακάμπτει κρίσιμες πτυχές της δημόσιας δραστηριότητας και των συναναστροφών του κ. Φερχάτ Οζγκιούρ. Εφόσον υφίστανται αναφορές ή στοιχεία που συνδέουν πρόσωπα του δημόσιου βίου με δομές ή δίκτυα των οποίων η λειτουργία εγείρει ζητήματα νομιμότητας, η θεσμική τάξη επιβάλλει τη διερεύνησή τους από τα αρμόδια όργανα.
Βουλή: Θεσμική προστασία στον ήδη υπόδικο Φερχάτ Οζγκιούρ και οι ηχηρές διαφοροποιήσεις





