Το δημογραφικό ζήτημα θέτει ως κορυφαία προτεραιότητα για το 2026 η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου, υπογραμμίζοντας ότι επηρεάζει άμεσα την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η υπουργός τονίζει ότι η αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας δεν μπορεί να περιοριστεί σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά απαιτεί ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών που αποκαθιστούν το αίσθημα σταθερότητας και προοπτικής για τους πολίτες.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια κατέχει, σύμφωνα με την ίδια, η στεγαστική πολιτική. Όπως επισημαίνει, η αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία οδηγεί πολλούς νέους να αναβάλλουν επ’ αόριστον τη δημιουργία οικογένειας. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση υλοποιεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο 43 παρεμβάσεων, συνολικού ύψους περίπου 7 δισ. ευρώ, με στόχο την ταυτόχρονη ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών και τη στήριξη της ζήτησης.
Στο σκέλος της ζήτησης, η υπουργός αναφέρεται στα προγράμματα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ», μέσω των οποίων περισσότεροι από 20.000 νέοι και νέες οικογένειες έχουν αποκτήσει κατοικία με δόση χαμηλότερη από το ενοίκιο, αξιοποιώντας ευρωπαϊκούς πόρους. Παράλληλα, υπενθυμίζει την επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως, που αφορά περίπου ένα εκατομμύριο νοικοκυριά, καθώς και τις αλλαγές στα εισοδηματικά κριτήρια του «Σπίτι μου ΙΙ», ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων κονδυλίων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η κ. Μιχαηλίδου στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, χαρακτηρίζοντάς τη «το μεγάλο ζητούμενο» για την εξισορρόπηση της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται η κοινωνική αντιπαροχή, η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων και ανενεργών στρατοπέδων, καθώς και τα νέα, ενισχυμένα προγράμματα ανακαίνισης κλειστών και παλαιών κατοικιών, με επιδότηση που φτάνει έως και το 90%. Παράλληλα, προβλέπονται περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ώστε περισσότερα ακίνητα να επιστρέψουν στη μακροχρόνια αγορά.
Η υπουργός συνδέει άμεσα το δημογραφικό με ζητήματα κοινωνικής συνοχής και ισότητας, επισημαίνοντας ότι πολιτικές για τα δικαιώματα των γυναικών, την προστασία από την κακοποίηση και την οικονομική ανεξαρτησία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δημογραφικής στρατηγικής. Αντίστοιχα, αναφέρεται στις παρεμβάσεις για την αναζωογόνηση της περιφέρειας, με έμφαση στη στέγαση, την απασχόληση και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Όπως σημειώνει, η μείωση των γεννήσεων δεν είναι «μοιραία εξέλιξη», αλλά αποτέλεσμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας. «Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο τα επιδόματα. Πρέπει να ξαναχτίσουμε ένα αίσθημα σταθερότητας και προοπτικής», τονίζει, εκτιμώντας ότι με συνεπείς και μακροπρόθεσμες πολιτικές η Ελλάδα μπορεί να αντιστρέψει τη δημογραφική της πορεία τα επόμενα χρόνια.





