Μετά την επιτυχημένη πορεία του πρώτου πλωτού σταθμού, η Αλεξανδρούπολη ετοιμάζεται να εδραιωθεί ως ο απόλυτος ενεργειακός πυλώνας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το «FSRU Θράκης», μια επένδυση που ξεπερνά τα 650 εκατομμύρια ευρώ, βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία για την επενδυτική απόφαση, η οποία αναμένεται εντός του 2026.
Το «πράσινο φως» και ο αμερικανικός παράγοντας
Η περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου ολοκληρώνεται, έχοντας ήδη λάβει τη θετική γνωμοδότηση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδει το έντονο ενδιαφέρον της αμερικανικής αναπτυξιακής τράπεζας (DFC), η οποία «καλοβλέπει» τη συμμετοχή της στο project, δίνοντας ισχυρό γεωπολιτικό στίγμα στην παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή.
Τα «αγκάθια» της επένδυσης
Παρά τη στρατηγική αναγκαιότητα, ο δρόμος προς την υλοποίηση έχει προκλήσεις:
-
Έλλειψη επιδότησης: Σε αντίθεση με το πρώτο FSRU, το δεύτερο έργο καλείται να προχωρήσει χωρίς ευρωπαϊκή ενίσχυση, ανεβάζοντας το κόστος στα 650 εκατ. ευρώ.
-
Κόστος μεταφοράς: Ο «αλμυρός» Κάθετος Διάδρομος αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή για την τελική βιωσιμότητα.
-
Market Test: Η Gastrade θα ζυγίσει τις προθέσεις της αγοράς πριν την τελική απόφαση, αν και η ζήτηση παραμένει υψηλή, με τα slots του πρώτου σταθμού να είναι δεσμευμένα έως το 2031.
Τεχνικά χαρακτηριστικά και ορίζοντας 2028
Αν δοθεί το «πράσινο φως», ο σταθμός αναμένεται να λειτουργήσει εμπορικά το 2028, χρονιά-ορόσημο για την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο.
-
Τοποθεσία: Ο σταθμός θα βρίσκεται 10 χλμ. από την ακτή της Μάκρης και 15 χλμ. από την Αλεξανδρούπολη.
-
Δυναμικότητα: Θα είναι ισχυρότερος από τον υπάρχοντα, με δυνατότητα αεριοποίησης κοντά στα 6 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως.
-
Διασύνδεση: Θα ενώνεται με τον αγωγό TAP στο ύψος της Άνθειας, ενώ προβλέπεται σύνδεση και με το δίκτυο του ΕΣΦΑ (Κήποι – Κομοτηνή).
Με τη νέα αυτή υποδομή, ο Έβρος δεν αποτελεί πλέον μόνο το σύνορο της Ελλάδας, αλλά την κεντρική πύλη εισόδου που εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια ολόκληρης της Βαλκανικής.





