Αυξάνεται ο δείκτης της “υποκειμενικής φτώχειας” στην Ελλάδα

«Το πραγματικό εισόδημα των Ελλήνων δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2010 – Σταθερή υστέρηση δύο δεκαετιών»

Παρά τη βελτίωση στα μακροοικονομικά στοιχεία και τις αυξήσεις μισθών των τελευταίων ετών, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει χαμηλότερο από αυτό του 2010. Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν μια εικόνα βαθιάς απόκλισης: ενώ το κατά κεφαλήν πραγματικό εισόδημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε συνολικά κατά 22% την περίοδο 2004-2024, στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 5,2%, καθιστώντας τη χώρα —μαζί με την Ιταλία— μία από τις δύο μόνες όπου η αγοραστική δύναμη συρρικνώθηκε μέσα σε δύο δεκαετίες.

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί έκπληξη για όποιον ζει την καθημερινότητα. Η οικονομική κρίση, τα χρόνια των μνημονίων, η πανδημία και η έντονη πληθωριστική πίεση που ακολούθησε λειτούργησαν σωρευτικά, ροκανίζοντας σταθερά το διαθέσιμο εισόδημα. Έτσι, παρότι οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν, η πραγματική κατανάλωση δεν έχει ακόμη ανακάμψει. Το εισόδημα του 2024 αντιστοιχεί στο 96,21% των επιπέδων του 2010, με την ετήσια βελτίωση σε σχέση με το 2023 να περιορίζεται στο 1,85%.

Την ίδια στιγμή, άλλες ευρωπαϊκές χώρες κινούνται σε εντελώς διαφορετική τροχιά. Η Ρουμανία καταγράφει εντυπωσιακή αύξηση 134% στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών την τελευταία εικοσαετία, ενώ ακολουθούν Λιθουανία, Πολωνία και Μάλτα με άλματα που πλησιάζουν ή ξεπερνούν το 90%. Ακόμη και χώρες με πιο αργή δυναμική, όπως η Ισπανία ή η Αυστρία, εμφανίζουν θετικό πρόσημο, έστω και μικρό. Η Ελλάδα και η Ιταλία είναι οι μόνες εξαιρέσεις της ηπείρου.

Η απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς και στην καθημερινότητα των πολιτών φαίνεται περισσότερο από οπουδήποτε στον δείκτη της «υποκειμενικής φτώχειας». Στην Ελλάδα, το 66,8% των πολιτών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα με το κόστος ζωής — το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ε.Ε., με τη μέση ευρωπαϊκή τιμή στο 17,4%. Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με τις δημοσκοπήσεις, όπου η ακρίβεια αναδεικνύεται σταθερά ως το μεγαλύτερο βάρος των νοικοκυριών και οι παρεμβάσεις στήριξης κρίνεται ότι έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα.