Οι συνομιλίες Βαρθολομαίου – Ερντογάν για την Χάλκη: Τί κρύβει το διπλωματικό παζάρι;

Από το Προσκήνιο στο Τραπέζι των Διαβουλεύσεων: Η Στρατηγική Φαναρίου – Άγκυρας για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Μέσα σε λίγα μόλις εικοσιτετράωρα, το ζήτημα της επαναλειτουργίας της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης μετατράπηκε από ένα διαχρονικό αίτημα θρησκευτικής ελευθερίας σε κεντρικό άξονα της ελληνοτουρκικής διπλωματικής σκακιέρας.

Η όλη κινητικότητα εξελίχθηκε ουσιαστικά σε δύο καθοριστικούς σταθμούς, περνώντας γρήγορα από το επίπεδο των δημόσιων διακηρύξεων στην επίσημη θεσμική συζήτηση.

Το πρώτο βήμα έγινε με την προπαρασκευαστική συνέντευξη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος προλείανε το έδαφος αποκαλύπτοντας ότι οι εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης του ιστορικού κτιρίου ολοκληρώνονται τον προσεχή Σεπτέμβριο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Προκάθημενος της Ορθοδοξίας προχώρησε σε μια ευφυή διπλωματική κίνηση, καλώντας ανοιχτά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να παραστούν από κοινού στα μελλοντικά εγκαίνια, ενώ παράλληλα έστειλε μια σαφή αιχμή με βαθύ πολιτικό υπόβαθρο, υπογραμμίζοντας ότι οι εκατέρωθεν μειονότητες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μετατρέπονται σε ομήρους πολιτικών αντιπαραθέσεων και υπολογισμών.

Η στρατηγική αυτή απέδωσε άμεσα καρπούς, οδηγώντας στον δεύτερο μεγάλο σταθμό, τη συνάντηση κορυφής στο Προεδρικό Μέγαρο της Άγκυρας. Εκεί, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, συνοδευόμενος από τον Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος Εμμανουήλ και τον Ηγούμενο της Μονής της Χάλκης, Επίσκοπο Κασσιανό, έγινε δεκτός από τον Τούρκο Πρόεδρο σε εγκάρδια ατμόσφαιρα. Στη συνάντηση αυτή σφραγίστηκε η επισημοποίηση του τριμερούς διαλόγου ανάμεσα στο τουρκικό Υπουργείο Παιδείας, το Ανώτατο Συμβούλιο Εκπαιδεύσεως (YÖK) και το Φανάρι, ενώ τέθηκαν επί τάπητος όλα τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική ομογένεια στην Κωνσταντινούπολη.

Hürriyet: «Αυτά τα λόγια πάνε στην Αθήνα» – Πώς οι Τούρκοι εργαλειοποιούν τον Πατριάρχη

 Πίσω από τη Βιτρίνα της «Ανεκτικότητας»

Η προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανίσει ένα προφίλ θρησκευτικής ανεκτικότητας ανοίγοντας το θέμα της Χάλκης, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ιστορικά δεδομένα και τη σύγχρονη κατάσταση του Ελληνισμού στην Ανατολή.

1. Η Αντίφαση της «Ισονομίας» και το Δημογραφικό Αδιέξοδο

Ο Πατριάρχης ορθώς ζητά ίση μεταχείριση για τη Ρωμιοσύνη, όμως η πραγματικότητα της ελληνικής παρουσίας στην Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται από μια μη αναστρέψιμη δημογραφική κρίση. Αυτή η συρρίκνωση δεν υπήρξε τυχαία· είναι το άμεσο αποτέλεσμα της συστηματικής κρατικής πολιτικής διώξεων, με αποκορύφωμα τα καταστροφικά Σεπτεμβριανά του 1955 και τις μαζικές απελάσεις του 1964. Όταν η άλλοτε ακμάζουσα κοινότητα των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων έχει μειωθεί σήμερα σε μόλις μερικές χιλιάδες ηλικιωμένων, η συζήτηση περί ισονομίας στερείται ζωτικού εδάφους και αποκτά καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα.

2. Το Φάντασμα του Ξεριζωμού και η Άρνηση της Ιστορίας

Η θέση του Προκαθήμενου της Ορθοδοξίας ότι οι μειονότητες δεν πρέπει να μετατρέπονται σε «ομήρους πολιτικών υπολογισμών» αγγίζει μια διαχρονική πληγή. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και ο Ποντιακός Ελληνισμός πλήρωσαν το βαρύτερο δυνατό τίμημα, βιώνοντας τη συστηματική εξόντωση και τον βίαιο ξεριζωμό. Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί την πιο αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία για το πώς το τουρκικό κράτος αντιμετώπισε διαχρονικά το μη μουσουλμανικό στοιχείο ως «ξένο σώμα». Το γεγονός ότι η σύγχρονη Άγκυρα εξακολουθεί να αρνείται πεισματικά την αναγνώριση αυτών των ιστορικών εγκλημάτων, αποδεικνύει ότι η δομική της φιλοσοφία παραμένει αναλλοίωτη.

3. Η Στρατηγική Ερντογάν: Πολιτιστική Διπλωματία ως Διεθνές Άλλοθι

Η ξαφνική προθυμία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να συζητήσει για τη Χάλκη ή να προβάλλει ως επιτυχία την επαναλειτουργία σχολείων στην Ίμβρο, αποτελεί μια καλά μελετημένη κίνηση τακτικής. Η τουρκική ηγεσία εργαλειοποιεί τη Χάλκη ως διπλωματικό χαρτί για να:

  • Εξασφαλίσει ένα ισχυρό άλλοθι στη διεθνή κοινότητα (ΗΠΑ, ΕΕ) απέναντι στις έντονες κατηγορίες για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών.

  • Αντισταθμίσει τις αρνητικές εντυπώσεις από τις προκλητικές αποφάσεις μετατροπής κορυφαίων μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας, σε μουσουλμανικά τεμένη.

Η Σύγχρονη Κατάσταση της Ελληνικής Μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη

Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα αριθμούσε 125.000 άτομα το 1923, ενώ σήμερα περιορίζεται σε μία ολιγάριθμη κοινότητα , της οποίας ο αριθμητικός προσδιορισμός  της καθίσταται δυσχερής.

Η οικονομική καταστροφή και η  εξόντωση πολλών Ελλήνων, που κορυφώθηκε με το πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβριο του 1955 και τους διωγμούς το 1964-1965, που οδήγησαν χιλιάδες Έλληνες να εγκαταλείψουν την Πόλη, μείωσαν τελικά τον ελληνικό πληθυσμό σε περίπου 7.000 έως το 1978 και σε περίπου 2.500 έως το 2006. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο αριθμός αυτός ήταν πολύ μικρότερος το 2012 και έφτασε τις 2.000.

Στοιχεία του 2008 από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών τοποθετούν τον αριθμό των Τούρκων πολιτών ελληνικής καταγωγής στο όριο των 3.000–4.000. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το 2006 ο ελληνικός πληθυσμός στην Τουρκία υπολογιζόταν σε περίπου 2.500 άτομα. Ένας αριθμός Ελλήνων (περίπου 1.000) μετακινήθηκε στην Τουρκία από την Ελλάδα ή άλλες χώρες της ΕΕ μετά το 2006, κυρίως για οικονομικούς ή ακαδημαϊκούς λόγους. Ο χριστιανικός ελληνικός πληθυσμός στην Τουρκία καταρρέει δημογραφικά, λόγω μετανάστευσης, υψηλότερου ποσοστού θανάτων έναντι γεννήσεων και συνεχών διακρίσεων.

Στην Θράκη αντιθέτως διαβιοί μία ευημερούσα θρησκευτική Μουσουλμανική Μειονότητα που απολαμβάνει καθεστώς πλήρους ισονομίας και ισοπολιτείας η οποία κι αυξάνεται αριθμητικά κι αναπτύσσεται οικονομικά!

“Ιστορική” συνάντηση Βαρθολομαίου – Ερντογάν στην Άγκυρα για τη Σχολή της Χάλκης

Σχόλιο Συντάκτη

Η διπλωματική κινητικότητα γύρω από τη Χάλκη και η πρόσκληση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Τούρκο Πρόεδρο να μοιραστούν το «κάδρο» των μελλοντικών εγκαινίων αποτελεί μια ευφυή κίνηση υψηλής στρατηγικής από την πλευρά του Φαναρίου. Προσφέρει στην Άγκυρα ένα κίνητρο διεθνούς προβολής, προκειμένου να καμφθεί η πολυετής αδιαλλαξία της.

Ωστόσο, η έντονη προβολή των δηλώσεων αυτών από τα μεγάλα τουρκικά μέσα όπως η Hürriyet, με τίτλους που στρέφονται ευθέως κατά της Αθήνας, αποδεικνύει πόσο εύκολα η τουρκική πλευρά επιχειρεί να αντιστρέψει το αφήγημα, μετακυλίοντας τις ευθύνες για τα μειονοτικά ζητήματα στην ελληνική πλευρά.

Ως δημοσιογραφική οικογένεια του RodopiPress, οφείλουμε να κοιτάξουμε πίσω από τη βιτρίνα των χαμόγελων. Το άνοιγμα της Σχολής είναι ένα δίκαιο και αυτονόητο δικαίωμα, αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τα ιστορικά εγκλήματα κατά του Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Εδώ στη Θράκη, όπου η αρμονική συνύπαρξη και οι λεπτές θρησκευτικές ισορροπίες αποτελούν καθημερινό βίωμα, το μάθημα είναι ξεκάθαρο: η πραγματική προστασία των δικαιωμάτων δεν χτίζεται με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και διπλωματικά παζάρια «αμοιβαιότητας», αλλά με τον απόλυτο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια και την έμπρακτη διασφάλιση της ισονομίας στο πεδίο.

Αν ο κ. Ερντογάν επιθυμεί ειλικρινά να γυρίσει σελίδα, οφείλει να ξεκινήσει από την αναγνώριση του παρελθόντος και όχι χρησιμοποιώντας τα ιερά κειμήλια της Ρωμιοσύνης ως διαπραγματευτικά ατού αφήνοντας κατά μέρος και τις εξισωτικές συλλογιστικές και τις παρεμβάσεις σε εσωτερικές υποθέσεις τρίτων χωρών!

  • Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ / Ανακοίνωση Οικουμενικού Πατριαρχείου / Εφημερίδα Hürriyet / Ιστορικό Αρχείο RodopiPressΕπιμέλεια: RodopiPress Newsroom

Η Γενοκτονία των Ποντίων: Η συστηματική εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού

Η Παρουσία του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και στην Κωνσταντινούπολη: Ιστορική Κληρονομιά και Σύγχρονη Κατάσταση